Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα ζωντανό, πολυφωνικό οικοσύστημα δημιουργικότητας που επιμένει να ανθίζει παρά τις πιέσεις. Ωστόσο, η απουσία συντονισμού και στρατηγικής μετατρέπει την παραγωγική πολυμορφία της σε αποσπασματικότητα. Η συζήτηση με τίτλο «Πολιτισμός στη Θεσσαλονίκη: Από τη διαχείριση προς ένα πολυσυλλεκτικό όραμα» ανέδειξε ακριβώς αυτό το παράδοξο, αναζητώντας κατευθύνσεις για ένα κοινό πολιτιστικό όραμα.
Η Θεσσαλονίκη δεν έχει τίποτα να ζηλέψει, ως προς την πολιτισμική της παραγωγή, από άλλες πόλεις ανάλογου μεγέθους. Τουναντίον, συνιστά μια πόλη όπου η δημιουργικότητα επιμένει να αναδύεται ακόμη και όταν οι όροι που τη στηρίζουν φθίνουν. Αυτή η αντίφαση βρέθηκε στον πυρήνα της συζήτησης «Πολιτισμός στη Θεσσαλονίκη: Από τη διαχείριση προς ένα πολυσυλλεκτικό όραμα», αναδεικνύοντας μια βασική πρόκληση: όχι την έλλειψη δημιουργικότητας, αλλά την αδυναμία της πόλης να τη μετατρέψει σε στρατηγική, σε κοινό ορίζοντα.
Η συζήτηση τοποθέτησε εξαρχής τον πολιτισμό πέραν των κλαδικών του ορίων. Δεν αφορά μόνο την καλλιτεχνική παραγωγή, αλλά τη φυσιογνωμία της ίδιας της πόλης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή βιώνεται. Μέσα από τις τοποθετήσεις αναδείχθηκε μια βασική αντίφαση: ένα πλούσιο και πολυφωνικό οικοσύστημα δημιουργών, ομάδων και φορέων συνυπάρχει με την απουσία συντονισμού, συνεργειών και σταθερής στρατηγικής. Έτσι, η πολυφωνία συχνά μετατρέπεται σε κακοφωνία, με επικαλύψεις, κενά και μια διάχυτη αίσθηση αποσπασματικότητας.
Απώλεια ζωτικού χώρου για την καλλιτεχνική παραγωγή
Η παρέμβαση της Αλεξάνδρας Καραμούτσιου, μεταδιδακτορικής ερευνήτριας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ, ανέδειξε μια ελάχιστα ορατή αλλά κρίσιμη πλευρά της πολιτιστικής ζωής της πόλης: τα αυτοσχέδια μουσικά στούντιο και τις κοινότητες που διαμορφώθηκαν γύρω από αυτά, κυρίως στο δυτικό κέντρο – Φραγκομαχαλά, Άνω Λαδάδικα και Βαρδάρη. Όπως περιέγραψε, δεν πρόκειται απλώς για χώρους παραγωγής μουσικής, αλλά για κόμβους κοινωνικής και πολιτιστικής βιωσιμότητας, που στήριξαν μικρές δισκογραφικές, live σκηνές, φανζίν και δίκτυα ανεξάρτητης δημιουργίας.
Καθοριστικός παράγοντας σε αυτή τη δυναμική υπήρξε ο ίδιος ο χώρος: η εγγύτητα των στούντιο, η σύνδεσή τους με το κέντρο της πόλης και η δυνατότητα καθημερινής συνάντησης. Η δημιουργικότητα, όπως αυτή προέκυψε, δεν είναι αφηρημένη έννοια· εξαρτάται από υλικές συνθήκες, τον χρόνο, τον τόπο και τις σχέσεις που δύνανται να αναπτυχθούν μεταξύ τους.
Αυτές ακριβώς οι συνθήκες φαίνεται σήμερα να διαβρώνονται. Η επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η μετατροπή πρώην βιοτεχνικών κτιρίων σε τουριστικά καταλύματα εκτοπίζουν σταδιακά αυτές τις χρήσεις. Η άνοδος των ενοικίων και η πίεση για πιο κερδοφόρες δραστηριότητες οδηγούν σε απώλεια ζωτικού χώρου για την καλλιτεχνική παραγωγή. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, στα ερείπια της βιοτεχνίας κάποτε στήθηκαν τα στούντιο, ενώ σήμερα πάνω στα ερείπια των στούντιο στήνεται η βραχυχρόνια μίσθωση – με την καθοριστική διαφορά ότι τα στούντιο είχαν μετακινηθεί σε χώρους οι οποίοι είχαν ήδη εγκαταλειφθεί ενώ τώρα η νέα χρήση εκτοπίζει την παλιά. Η παραπάνω διατύπωση συμπυκνώνει μια βαθύτερη μετατόπιση: από μια πόλη που εμπνέει την καλλιτεχνική παραγωγή, σε μια πόλη που εξυπηρετεί την κατανάλωση.
Η απουσία κοινής φωνής καθιστά τον πολιτισμό λιγότερο ορατό
Η Αργυρώ Μπαράτα, πολιτιστική διαχειρίστρια, μετέφερε τη συζήτηση στο ζήτημα της συνεργασίας και της δικτύωσης, αναδεικνύοντας τη σύνθετη φύση του πολιτιστικού πεδίου. Ο πολιτισμός δεν είναι ενιαίος, περιλαμβάνει παραστατικές τέχνες, εικαστικά, δημιουργικές βιομηχανίες και διασυνδέσεις με τον τουρισμό, την εκπαίδευση και την κοινωνική καινοτομία. Ταυτόχρονα εκτείνεται στον δημόσιο, τον ιδιωτικό και τον μη κερδοσκοπικό τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, η δικτύωση δεν μπορεί να αποτελεί δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά οφείλει να ενταχθεί στον ίδιο τον πυρήνα της επαγγελματικής λειτουργίας.
Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, απουσιάζουν θεσμοθετημένα σημεία διαλόγου, χρόνοι και πόροι που θα επέτρεπαν ουσιαστικές συνεργασίες. Οι υπάρχουσες πρωτοβουλίες συχνά βασίζονται σε προσωρινή χρηματοδότηση ή στην υπερεργασία των ίδιων των ανθρώπων του πεδίου. Οι δομές δυσκολεύονται να διατηρηθούν. Έτσι, η δικτύωση παραμένει εύθραυστη και αποσπασματική.
Ως κύριο ζήτημα αναδείχθηκε και η εμπιστοσύνη – μεταξύ δημιουργών, φορέων και διοίκησης. Η έλλειψή της δεν είναι μία αφηρημένη θεωρητική έννοια, αλλά παράγοντας που επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα συνεργασίας και συλλογικής διεκδίκησης. Σε ένα πεδίο με πολλούς μικρούς και επισφαλείς δρώντες, η απουσία κοινής φωνής καθιστά τον πολιτισμό λιγότερο ορατό στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Υποτιμημένες οι άυλες επενδύσεις
Ο Θανάσης Καλογερέσης, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ, έδωσε μια ευρύτερη χωρική και αναπτυξιακή διάσταση στο ζήτημα. Όπως σημείωσε, το πολιτιστικό δυναμικό της Θεσσαλονίκης παραμένει υπερσυγκεντρωμένο στο κέντρο, χωρίς ουσιαστική αποκέντρωση σε μητροπολιτική κλίμακα. Παράλληλα, ο πολιτισμός συχνά λειτουργεί περισσότερο ως ρητορικό στοιχείο των δημόσιων αφηγήσεων παρά ως πραγματική προτεραιότητα των διοικήσεων.
Η αδυναμία αυτή συνδέεται και με τη φύση του ίδιου του πεδίου: μικρές επιχειρήσεις, επισφαλείς εργαζόμενοι και κατακερματισμένες δομές εκπροσώπησης. Έτσι, η άσκηση πίεσης εκ μέρους του πολιτισμού της πόλης αποβαίνει δυσχερής αν όχι αδύνατη. Ταυτόχρονα, σε ένα κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης που εξακολουθεί να δίνει έμφαση στις υλικές υποδομές, οι άυλες επενδύσεις –δίκτυα, δεξιότητες, χρόνος συνεργασίας– παραμένουν υποτιμημένες.
Εκεί συμπυκνώνεται και το κρίσιμο διακύβευμα. Ο πολιτισμός, όπως αναδείχθηκε, λειτουργεί ως κοινό, πολύτιμο αλλά και ευάλωτο. Χωρίς συνειδητή πολιτική στήριξη και χωρίς όρους βιωσιμότητας, κινδυνεύει να συρρικνωθεί ή να μετατραπεί σε διακοσμητικό στοιχείο μιας οικονομίας που δύναται να κινηθεί δίχως αυτόν.
Οι λύσεις δεν μπορούν να είναι μονοδιάστατες
Η συζήτηση δεν κατέληξε σε εύκολα διλήμματα – χάρη και στον συντονισμό της δημοσιογράφου Ευγενίας Χατζηγεωργίου. Δεν τέθηκε το σύνηθες απλουστευτικό δίπολο «τουρισμός ή πολιτισμός», αλλά ένα ευρύτερο ερώτημα για το είδος της πόλης που διαμορφώνεται: επιθυμούμε μια πόλη που απομυζά τους πόρους της ή μια πόλη που παραμένει ζωντανή και δημιουργική για τους κατοίκους της και όσους τη βιώνουν;
Οι παρεμβάσεις του κοινού κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση: έμφαση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά και ανάγκη για ενίσχυση της σύγχρονης παραγωγής, για δημιουργία καλλιτεχνικών γειτονιών, για διάθεση χώρων σε νέους δημιουργούς, για ενίσχυση της δικτύωσης και για καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς. Από το επίπεδο της γειτονιάς μέχρι τη μητροπολιτική στρατηγική, έγινε σαφές ότι οι λύσεις δεν μπορούν να είναι μονοδιάστατες.
Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν η Θεσσαλονίκη διαθέτει επαρκή πολιτισμική παραγωγή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί –και θέλει– να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να τον διασώσει από τις σύγχρονες πιέσεις και προκλήσεις.
Συνεδρία: «Πολιτισμός στη Θεσσαλονίκη: Από τη διαχείριση προς ένα πολυσυλλεκτικό όραμα»
(26.3.2026, MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη)
|
Θανάσης Καλογερέσης, αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης, ΑΠΘ Αλεξάνδρα Καραμούτσιου, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ Αργυρώ Μπαράτα, πολιτιστική διαχειρίστρια Συντονισμός: Ευγενία Χατζηγεωργίου, δημοσιογράφος |
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του συνεδρίου «Πόλη σε μετασχηματισμό. Αστικές πολιτικές και κοινωνική συμμετοχή» (Θεσσαλονίκη, 26-29 Μαρτίου 2026), με διοργανωτές την Commonspace και το ParticipatoryLab και με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης.