Eλεύθερος Πολιορκημένος Χρόνος - Oι διακοπές μας, η 4ήμερη εβδομάδα εργασίας και ένας χρόνος αλλιώς

ΑΡΘΡΟ

Η κοινωνική αντίληψη του χρόνου είναι μια κατασκευή που διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες με βάση κυρίως τις ανάγκες της καπιταλιστικής, εμπορευματοποιημένης εργασίας. Ο εργασιακός και ο μη εργασιακός χρόνος διαχωρίστηκαν ριζικά και βίαια, με σημαντικές συνέπειες στην ψυχολογία και στην ίδια μας την ύπαρξη. Το άρθρο αυτό επισημαίνει ότι το ζήτημα του χρόνου είναι απολύτως κομβικό στη συζήτηση για τον μετασχηματισμό και το μέλλον της εργασίας.

worklife article on time

Είναι η τέταρτη φορά που προσπαθώ να τελειώσω αυτό το κείμενο επιστρέφοντας από τις διακοπές. Έχω δοκιμάσει να δουλέψω από το γραφείο, από καφέ, από το σπίτι, από το σπίτι φίλης. Η επιστροφή στις καθημερινές ρουτίνες -και στις αγωνίες που τις συνοδεύουν- δεν είναι πάντα απλή υπόθεση. Και αυτό φαίνεται να ισχύει και για όσους πέρασαν καλά, και για όσους δεν πέρασαν καλά[1], και ίσως πολύ περισσότερο για όσους δεν κατάφεραν να πάνε καθόλου διακοπές - μία πρώτη μέτρηση δείχνει ότι φέτος ήταν περίπου οι μισοί[2].

Ο διαχωρισμός του χρόνου και του εαυτού

Εάν η μετάβαση είναι δύσκολη για μια εργασία δημιουργική και ανταποδοτική όπως το γράψιμο αυτού του κειμένου, μπορούμε να φανταστούμε τι συμβαίνει με πολλές άλλες δουλειές στον κόσμο της καπιταλιστικής, εμπορευματοποιημένης εργασίας. Σ’ αυτή την πραγματικότητα έρχεται να παρέμβει η επιστημονική φαντασία. Στη σειρά “Severance” (2022), οι πρωταγωνιστές είναι υπάλληλοι μiας σκιώδους εταιρείας που έχουν υποβληθεί εθελοντικά σε έναν διαχωρισμό της μνήμης. Ο “έξω” εαυτός δεν θυμάται τον “μέσα” εαυτό και το αντίστροφο. Οι “διαχωρισμένοι” απολαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο του Σαββατοκύριακου, του απογεύματος της Πέμπτης και των καλοκαιρινών διακοπών χωρίς να τους απασχολεί τι κάνει ο εργασιακός τους εαυτός, για τον οποίο δεν έχουν ιδέα. Η κεντρική ιδέα του σεναρίου φαντάζει ελκυστική τόσο στους χαρακτήρες της σειράς όσο και σε πολλές από εμάς. Όπως γράφει και ο μπλόγκερ unemployed negativity[3], η σειρά δεν εφευρίσκει τον διαχωρισμό (και πολύ περισσότερο δεν τον προτάσσει ως λύση), αλλά στρέφει έναν μεγεθυντικό φακό πάνω στον ήδη υπαρκτό διαχωρισμό ανάμεσα αφενός στον εαυτό μας και αφετέρου στον χρόνο και την εργασία μας, πάνω στα οποία σε συνθήκες μισθωτής εργασίας έχουμε λίγο ή καθόλου έλεγχο.

Μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του “Severance” μπορούμε να δούμε την αντανάκλαση των δικών μας προσπαθειών για νησίδες χρόνου εντός, εκτός και πέρα από τον εργασιακό χρόνο. Το Σαββατοκύριακο, για παράδειγμα, θα προσπαθήσουμε να χωρέσουμε ό,τι δεν προλάβαμε την υπόλοιπη εβδομάδα: υποχρεώσεις και μικροθελήματα, συναντήσεις με φίλες και φίλους, οικογένεια, προσωπική ανάπαυση και καλλιέργεια. Υπό αυτές τις χρονικές συνθήκες, η ανάγκη για να περάσουμε καλά γίνεται περίπου υποχρέωση, ανατροφοδοτώντας τελικά ένα αίσθημα ανεκπλήρωτου και συντελώντας σ’ αυτό που έχει αρχίσει να αποκαλείται «άγχος του Σαββατοκύριακου»[4]. Πέρα από το ψυχολογικό ζήτημα, υπάρχει και το οικονομικό: η κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών ψυχαγωγίας (ένα δώρο, μία θεατρική παράσταση ή ένα μάθημα χορού) μπορεί να είναι ακριβή. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση πανευρωπαϊκά ως προς την ικανοποίηση που αντλείται από τον ελεύθερο χρόνο, με το οικονομικό να είναι βασικό εμπόδιο[5]. Για όλα αυτά, άρθρα όπως αυτό από το Vice στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω (4), συνήθως προτείνουν ως διέξοδο ατομικές στρατηγικές διαχείρισης του χρόνου: να «ζούμε την κάθε στιγμή», να κλείνουμε το κινητό, ή να δραπετεύουμε στη φύση. Αν και χρήσιμες σε κάθε περίπτωση, αυτές οι πρακτικές αφήνουν ανέπαφες τις πολιτικές του χρόνου και της εργασίας που δομικά καθορίζουν τις συνθήκες στις οποίες συμβαίνουν όλα τα προαναφερθέντα. Θα μπορούσε άραγε το χρονικό ζήτημα να οδηγήσει σε πιο ριζικούς μετασχηματισμούς της εργασίας;

Προς μια ριζοσπαστική αναδιατύπωση της εργασίας

Μια πρώτη προσέγγιση στο παραπάνω ερώτημα έχει να κάνει με τη δημιουργία χώρου για τον χρόνο. Κεντρική ιδέα εδώ είναι η μείωση της εργασιακής εβδομάδας χωρίς μείωση μισθού. Τα επιχειρήματα πίσω από την ιδέα ποικίλλουν και περιλαμβάνουν την αύξηση της παραγωγικότητας χάρη σε νέες μορφές οργάνωσης και τεχνολογίας, την ανάγκη για μείωση της ανεργίας, την ανάγκη για μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και αέριων ρύπων και τη θέσπιση περισσότερου ελεύθερου χρόνου ως καθολική ανάγκη και δικαίωμα. Η τετραήμερη εργασιακή εβδομάδα τα τελευταία χρόνια αποτελεί τόσο πολιτικό όραμα όσο και εργασιακό πείραμα, με το μεγαλύτερο πιλοτικό πρόγραμμα να λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στη Μ. Βρετανία. Από τον Ιούνιο του 2022 περισσότεροι από 3.000 εργαζόμενοι από περίπου 70 εταιρείες σε διάφορους τομείς έχουν μειώσει τις ώρες εργασίας τους στο 80%. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά[6]: Από τους 41 οργανισμούς που ερωτήθηκαν στη μέση του πειράματος, το 86% δήλωσε ότι θα συνεχίσει την εφαρμογή της τετραήμερης εργασίας και μετά τη λήξη του.

Μια κριτική που γίνεται στην τετραήμερη εβδομάδα είναι ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, επικεντρώνεται κυρίως στη μείωση του εργασιακού χρόνου και λιγότερο στην απελευθέρωση του χρόνου συνολικά. Μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο έμφυλης ανισοκατανομής της αόρατης εργασίας (το μαγείρεμα, το καθάρισμα του σπιτιού, το διάβασμα των παιδιών ή η φροντίδα των ηλικιωμένων), μία μέρα λιγότερη στην “κανονική” δουλειά μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της όχι ικανή συνθήκη για τον διαμοιρασμό του χρόνου ισότιμα και χωρίς έμφυλες διακρίσεις. Επιπλέον, η μείωση των ωρών εργασίας ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες ξεκούρασης και διασκέδασης, μεταφέροντας την πίεση σε άλλους εργασιακούς κλάδους. Όπως λέει ο Γιώργος Καλλής, «τα φώτα του γραφείου μπορεί να είναι κλειστά, αλλά εκείνα του ξενοδοχείου πιο πέρα όχι»[7] - και εμείς σκεφτόμαστε τόσο τους πελάτες του ξενοδοχείου όσο και τους εργαζόμενους σ’ αυτό. Αυτό είναι ένα επιχείρημα με ιδιαίτερη σημασία στη Ελλάδα, μια χώρα με μεγάλο τριτογενή τομέα και με το 25% των εργαζομένων να δουλεύουν σε υπηρεσίες διαμονής και εστίασης[8].

Συμπληρωματικά λοιπόν με μια προσπάθεια αναδιανομής του χρόνου χωρίς τη δημιουργία νέων χρονικών ή άλλων ανισοτήτων, υπάρχουν και καλέσματα για μια ριζική αναθεώρηση του χρόνου. Όπως έχει γράψει αλλού μία από εμάς[9], μπορούμε να ξαναδούμε τον χρόνο ως έναν συλλογικό πόρο που πρέπει να είναι αντικείμενο διαχείρισης από κοινού. O θεωρητικός Graham Jones, στη σειρά podcast Red Εnlightenment[10] και στο επερχόμενο βιβλίο[11] με τον ίδιο τίτλο, προτείνει έναν τρόπο για να αρχίσουμε να κατανοούμε και να βιώνουμε τον ελεύθερο χρόνο ως κοινό. Όταν χορεύουμε σε μία αίθουσα χορού ή σε ένα νυχτερινό κλαμπ, λέει ο Jones, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι δεν χορεύουμε σε απομόνωση από τους γύρω μας, αλλά ότι κάπου κάπου τα σώματά μας επηρεάζονται, συντονίζονται και οργανώνονται σε μοτίβα κίνησης. Αυτό, για τον Jones, αμέσως μετατρέπει την έννοια του χορού από ατομική έκφραση σε μια αρχική μορφή συλλογικής οργάνωσης[12]. Με τη σειρά του, αυτό μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες σε πολιτικό επίπεδο: Αντιλαμβανόμαστε έτσι ότι η δυνατότητα, για παράδειγμα, να πάμε στο μάθημα χορού δεν εξαρτάται μόνο από τη δική μας ψυχολογική, οικονομική ή χρονική επάρκεια, αλλά και από αυτές των συγχορευτών μας, καθώς και των δασκάλων μας. Αυτά με τη σειρά τους συσχετίζονται με την ύπαρξη χώρων πραγματικά ανοιχτών και προσβάσιμων, που να είναι φιλόξενοι όχι μόνο όταν νιώθουμε καλά, αλλά και όταν δεν νιώθουμε, καθώς και δίκαιες και ασφαλείς συνθήκες εργασίας για τους δασκάλους μας. Με αυτό τον τρόπο, το άτομο ανοίγεται στον κόσμο και ανοίγει δρόμους για συλλογικές εμπειρίες και δράσεις, όπου μαθητές και δάσκαλοι χορεύουν και διεκδικούν, και καμιά φορά κάνουν και τα δύο μαζί.

Αυτή η σχεσιακή προσέγγιση με τον χρόνο και τους άλλους μάς επιτρέπει όχι μόνο να σμιλέψουμε δεσμούς αλληλεγγύης με τους ανθρώπους που εργάζονται ενώ εμείς χαλαρώνουμε ή ψυχαγωγούμαστε, αλλά και να κρατάμε αυτές τις εμπειρίες και να μπολιάζουμε με αυτές τη δική μας εργασιακή καθημερινότητα: δημιουργώντας χώρους και χρόνους για φροντίδα και ανάπαυση, διατύπωση και διεκδίκηση αιτημάτων, και πειραματισμό με δημιουργικές ιδέες.

Αντί να ενδίδουμε στους διαχωρισμούς μιας ζωής αποξενωμένης, ο επαναπροσδιορισμός του χρόνου ως κοινό μπορεί να γιατρέψει τη σχέση μας με τον χρόνο και με τους άλλους. Ο φιλόσοφος Martin Hägglund[13] προτείνει να ορίσουμε τον κοινωνικά διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο ως το μέτρο της αξίας της ζωής μας. Έναν ελεύθερο χρόνο που θα αφιερώνουμε σε ιδέες, σχέδια, και (συν)εργασίες που αξίζουν για εμάς. Αυτές θα είναι πότε επιθυμητές και πότε αναγκαίες, αλλά σε κάθε περίπτωση θα νοηματοδοτούν τη ζωή μας. Μια ζωή πεπερασμένη και εύθραυστη - και γι’ αυτό πολύτιμη.