Με δύο ξεχωριστές προβολές στο Βερολίνο, εκ των οποίων η μία στο ίδιο το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Γερμανίας (Bundestag), το ντοκιμαντέρ «Tell Me / Πες μου» των Νίκου Μεγγρέλη και Ρενέ Ρεβάχ έφερε στη συζήτηση θέματα που σχετίζονται με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος, την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και το ζήτημα του διαγενεακού τραύματος. Παράλληλα, ανέδειξε τη μνήμη όχι μόνο ως πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη, αλλά και ως μέσο κατανόησης των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών προκλήσεων.
Η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ πραγματοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στη Bundestag, με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής ομάδας των Πρασίνων και υπό την αιγίδα της βουλευτίνας Claudia Roth, ενώ ακολούθησε στις 23 Σεπτεμβρίου 2026 δεύτερη προβολή στα κεντρικά γραφεία του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ στο Βερολίνο. Μετά τις προβολές ακολούθησαν συζητήσεις με τη συμμετοχή του σκηνοθέτη Νίκου Μεγγρέλη, της φωτογράφου και συν-σεναριογράφου Ρενέ Ρεβάχ και της επιζήσασας του Ολοκαυτώματος Λόλα Άντζελ. Στην εκδήλωση του γερμανικού Κοινοβουλίου συμμετείχαν ακόμη οι βουλευτές των Πρασίνων Boris Mijatović και Marlene Schönberger.
Οι προβολές ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική μνήμη εξακολουθεί να συνδέεται με κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ερωτήματα της σύγχρονης Ευρώπης: πώς θυμόμαστε, ποια είναι η ευθύνη των κοινωνιών απέναντι στο παρελθόν και πώς μεταβιβάζεται η μνήμη όταν οι τελευταίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος λιγοστεύουν.
Από το προσωπικό στο συλλογικό
Στο επίκεντρο του ντοκιμαντέρ βρίσκεται η προσωπική διαδρομή της Ρενέ Ρεβάχ, Ελληνίδας φωτογράφου και εικαστικού, η οποία αναμετράται με το τραύμα που άφησε πίσω της η εξόντωση της οικογένειας του Εβραίου παππού της στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η ταινία ακολουθεί τη Ρεβάχ σε ένα ταξίδι αναζήτησης της οικογενειακής μνήμης, εξερευνώντας τις συνέπειες του Ολοκαυτώματος όχι μόνο στους ανθρώπους που το βίωσαν άμεσα, αλλά και στις επόμενες γενιές – το λεγόμενο διαγενεακό τραύμα, έννοια που τις τελευταίες δεκαετίες αποτελεί ιδιαίτερο επιστημονικό αντικείμενο. Μέσα από έναν συμβολικό, φανταστικό διάλογο με τον παππού της, τον μοναδικό επιζώντα της οικογένειας, το ντοκιμαντέρ εξετάζει τη σιωπηλή μετάδοση της μνήμης, της απώλειας και του πένθους από γενιά σε γενιά.
Η ιστορία αυτή συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, μιας από τις σημαντικότερες εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωσή της στα ναζιστικά στρατόπεδα αποτελεί μία από τις πιο δραματικές σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας, η οποία ωστόσο για δεκαετίες παρέμεινε σχετικά άγνωστη εκτός Ελλάδας.
Σε σκηνοθεσία του Νίκου Μεγγρέλη, το «Tell Me / Πες μου» επιχειρεί να καταγράψει όχι μόνο το παρελθόν αλλά και τους τρόπους με τους οποίους το παρελθόν εξακολουθεί να διαμορφώνει το παρόν. Η μνήμη εμφανίζεται ως πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη και ως μέσο κατανόησης των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών προκλήσεων.
Προβολή με ιδιαίτερο συμβολισμό
Ιδιαίτερο συμβολισμό είχε η προβολή στο γερμανικό Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Όπως τόνιζε η κοινοβουλευτική ομάδα των Πρασίνων στην πρόσκληση της εκδήλωσης, στόχος ήταν να χρησιμοποιηθεί η ταινία ως αφορμή για μια συζήτηση σχετικά με την εβραϊκή ιστορία στην Ελλάδα, την κουλτούρα μνήμης και την ευθύνη της Γερμανίας απέναντι στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του Ολοκαυτώματος.
Τα ερωτήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς αφορούσαν τη διατήρηση της ορατότητας της ιστορίας των Ελλήνων Εβραίων, την αντιμετώπιση των κενών και των σιωπών που εξακολουθούν να περιβάλλουν αυτή την ιστορία, αλλά και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν η Ευρώπη και η Εξωτερική Πολιτιστική και Εκπαιδευτική Πολιτική στη μεταφορά της μνήμης στις επόμενες γενιές.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ, η πρώην υφυπουργός Πολιτισμού της Γερμανίας και βουλευτής των Πρασίνων Claudia Roth υπογράμμισε ότι η βραδιά οργανώθηκε γύρω από το ερώτημα πώς μπορεί να διατηρηθεί και να μεταδοθεί η μνήμη σε μια εποχή όπου οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος γίνονται ολοένα και λιγότεροι.
Όπως ανέφερε, η αναζήτηση της Ρενέ Ρεβάχ για την οικογενειακή της ιστορία δείχνει πόσο βαθιά μπορεί να συνεχίσει να επηρεάζει το Ολοκαύτωμα ανθρώπους που δεν το έζησαν οι ίδιοι. Η Claudia Roth υπογράμμισε ότι η κουλτούρα μνήμης δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τελετουργική διαδικασία, αλλά συνιστά πολιτική ευθύνη, που απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση απέναντι στον αντισημιτισμό, τον αποκλεισμό και τον αυταρχισμό.
Η Γερμανίδα πολιτικός επισήμανε ότι η μνήμη του Άουσβιτς δεν αφορά μόνο την απόδοση τιμής στα θύματα, αλλά και την προστασία της δημοκρατίας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών ελευθεριών στο παρόν.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο βουλευτής των Πρασίνων Boris Mijatović τόνισε ότι η ταινία δίνει πρόσωπο και φωνή σε ανθρώπους που συχνά χάνονται πίσω από τους αριθμούς της ιστορίας. Αναφέρθηκε ειδικά στη σημασία της Θεσσαλονίκης για την ευρωπαϊκή εβραϊκή ιστορία και στις βαθιές πληγές που άφησαν τα γερμανικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η βουλευτής Marlene Schönberger επισήμανε ότι μέσα από την προσωπική ιστορία της Ρενέ Ρεβάχ καθίσταται πιο απτή η ιστορία ολόκληρης της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Η ταινία, σημείωσε, επιτρέπει στο κοινό να συνδεθεί συναισθηματικά με εμπειρίες και μνήμες που διαφορετικά θα παρέμεναν μακρινές.
Η μνήμη ως προειδοποίηση για το παρόν
Ιδιαίτερη ήταν η παρέμβαση της Ρενέ Ρεβάχ, η οποία χαρακτήρισε δύσκολο να περιγράψει τα συναισθήματά της βλέποντας μια τόσο προσωπική ιστορία να προβάλλεται στο γερμανικό Κοινοβούλιο και τονίζοντας ότι η παρουσία της Λόλα Άντζελ και του πατέρα της, Ισίδωρου Ρεβάχ, έκανε τη βραδιά ακόμη πιο συγκινητική. Η δημιουργός εξήγησε ότι η ταινία ξεκίνησε ως μια προσπάθεια κατανόησης των αποτυπωμάτων που άφησε το Ολοκαύτωμα στη δική της οικογένεια, αλλά στην πορεία εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη αναζήτηση. Όπως ανέφερε, το τραύμα δεν παραμένει μόνο στη στιγμή της βίας, αλλά μεταφέρεται μέσα στις οικογένειες μέσα από τη σιωπή, τον φόβο και όσα δεν λέγονται.
Ο σκηνοθέτης Νίκος Μεγγρέλης εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι ο ίδιος και η Ρενέ Ρεβάχ επέλεξαν συνειδητά να μη χρησιμοποιήσουν στο ντοκιμαντέρ τις γνωστές φωτογραφίες της απελευθέρωσης των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Αντί γι' αυτό, επικέντρωσαν το βλέμμα τους στο παρόν. Η κάμερα ακολουθεί τη Ρενέ Ρεβάχ στους τόπους της μνήμης, από τον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θεσσαλονίκης έως το Άουσβιτς, καταγράφοντας το τοπίο όπως είναι σήμερα. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η εικόνα δεν λειτουργεί απλώς ως καταγραφή του παρόντος, αλλά και ως μηχανισμός ανάσυρσης μνήμης και ταυτόχρονα ως προειδοποίηση για το μέλλον.
Ο ίδιος συνέδεσε επίσης το ιστορικό παράδειγμα του Ολοκαυτώματος με τη σύγχρονη άνοδο αυταρχικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη. Όπως δήλωσε, το Ολοκαύτωμα δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά μέσα από μια σταδιακή διαδικασία κατασκευής «εχθρών» και υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών. Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε, η μνήμη δεν αφορά μόνο το παρελθόν αλλά και την ικανότητα των κοινωνιών να αναγνωρίζουν εγκαίρως τους κινδύνους του παρόντος.
Η παρουσία του «Tell Me» στο Βερολίνο αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό για μια ταινία που ξεκίνησε από μια βαθιά προσωπική ανάγκη αναζήτησης και εξελίχθηκε σε ένα ευρύτερο εγχείρημα δημόσιας μνήμης.
Το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ Θεσσαλονίκης, το οποίο υποστήριξε τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, εντάσσει την πρωτοβουλία αυτή στη διαρκή του προσπάθεια για την ενίσχυση της ιστορικής μνήμης, την ανάδειξη λιγότερο γνωστών ή αποσιωπημένων ιστοριών και την προώθηση του δημόσιου διαλόγου γύρω από το παρελθόν και τις σύγχρονες προεκτάσεις του.