Το νέο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου «Ένα βλέμμα χωρίς πρόσωπο, η φωτογραφία την εποχή της παρακολούθησης» είναι μια ευρύτατη, συνθετική μελέτη που εξετάζει πώς η φωτογραφία και γενικότερα η τεχνική εικόνα –η εικόνα που δημιουργείται με τη βοήθεια συσκευών– διαμόρφωσε το πλαίσιο μέσα από το οποίο οι άνθρωποι γίνονται ορατοί, με τη θέλησή τους ή χωρίς αυτήν. Πρόκειται για μια εμβριθή περιγραφή και ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η φωτογραφία, από την εμφάνισή της μέχρι σήμερα, συνδέθηκε με την επιτήρηση, την ταξινόμηση, την καταγραφή και τελικά με την άσκηση εξουσίας.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε την Κυριακή 10 Μαΐου 2026 στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Στην εκδήλωση, την οποία διοργάνωσε το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ από κοινού με τις εκδόσεις Petites Maisons, μίλησαν ο ίδιος ο συγγραφέας και η Λία Γυιόκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης και του Πολιτισμού στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ, ενώ τον συντονισμό είχε ο Μιχάλης Γουδής, διευθυντής του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ - Γραφείο Θεσσαλονίκης.
Ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, επιμελητής του MOMUS-Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης από το 1999 και διευθυντής του το διάστημα 2016-2018, διαθέτει μια μακρά και πολυσχιδή πορεία στη φωτογραφία, έχοντας διδάξει για περισσότερα από είκοσι χρόνια και έχοντας δημοσιεύσει και επιμεληθεί πλήθος εκδόσεων και εκθέσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Όπως όμως εξομολογήθηκε στην εκδήλωση: «Εδώ και πολλά χρόνια θεωρώ πιο σημαντικό όχι τον διάλογο για την προαγωγή της φωτογραφίας ως τέχνης, αλλά το πώς αυτή επηρεάζει και διαμορφώνει βαθιά τον κόσμο γύρω μας, δημιουργώντας πρότυπα και στερεότυπα, κατασκευάζοντας αξίες, δείχνοντας και κρύβοντας».
Η αφετηρία του βιβλίου του λοιπόν βρίσκεται σε ένα υλικό που είχε αρχίσει να συλλέγει εδώ και 30 χρόνια και το οποίο περιείχε ήδη «τους πρώτους προβληματισμούς για τις αδιακρισίες του φωτογραφικού βλέμματος και τη σχέση φωτογραφίας και παρακολούθησης», ενώ είναι φανερός ο ρόλος που έπαιξε η επιτάχυνση των τεχνολογικών εξελίξεων μετά την 11η Σεπτεμβρίου και η έκρηξη των ψηφιακών εφαρμογών.
Καταλυτική ωστόσο, όπως είπε, ήταν η «λοξοδρόμηση» της έρευνάς του προς το διεπιστημονικό πεδίο των surveillance studies, το οποίο μελετά συστηματικά τις πολιτειακές και εταιρικές πρακτικές επιτήρησης. Η συνάντηση αυτή τον βοήθησε να δει τη φωτογραφία ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος παρακολούθησης, όπου η τεχνική εικόνα και η επιτήρηση συχνά επικαλύπτονται.
Έτσι, το βιβλίο εξετάζει πώς το φωτογραφικό βλέμμα εφαρμόζεται στον κόσμο μέσα από κοινωνικές, πολιτικές και καλλιτεχνικές πτυχές: από την αστυνομική ταυτότητα και τους παπαράτσι μέχρι τα drones, τη δορυφορική εικόνα, το street view και τα δίκτυα cctv. Αναλύει την υποχρεωτική ορατότητα, την παρακολούθηση μέσω των έξυπνων συσκευών, αλλά και τη συνειδησιακή μετάλλαξη των κοινωνιών που ευνοεί την κανονικοποίηση του φαινομένου.
Παράλληλα, εξετάζει τον ρόλο του φωτογραφικού αρχείου –κρατικού, αποικιοκρατικού ή άλλου– στη συλλογή πληροφοριών για την άσκηση ελέγχου, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η φωτοδημοσιογραφία και η κοινωνικά προσανατολισμένη φωτογραφία λειτούργησαν ως «φωνές από κάτω», δημοσιοποιώντας ανεπιθύμητες στην εξουσία πτυχές και θύλακες της κοινωνίας. Ακόμη, πώς η φωτογραφία άρχισε να βάλλεται και να αποκλείεται από επίμαχα πεδία, ώστε να αποφευχθεί η καίρια μαρτυρία της. Τέλος, η μελέτη εξηγεί πώς στα τέλη του 20ού και τον 21ο αιώνα μπήκε σε εφαρμογή ένα πολιτικό-εταιρικό σχέδιο που αξιοποίησε το διαδίκτυο και τις εταιρείες big tech για να δημιουργήσει ένα πυκνό, αόρατο δίχτυ συλλογής πληροφοριών που αποσκοπεί στον ολικό έλεγχο.
Δύο ερωτήματα ζητούν απάντηση
Η Λία Γυιόκα στην τοποθέτησή της επισήμανε ότι ο Ηρακλής Παπαϊωάννου αναδεικνύει τις πολιτικές λειτουργίες της φωτογραφίας από την εμφάνισή της και ότι με τον τρόπο του απαντά στα δύο μεγάλα ερωτήματα που ο 19ος –ο αιώνας της διάδοσης της φωτογραφικής αποτύπωσης– κληροδότησε στον 21ο.
Το πρώτο ερώτημα έχει σχέση με τη συλλογή στοιχείων: Η άντληση δεδομένων της ατομικής ταυτότητας από το κράτος και τις εταιρείες γίνεται για λόγους ασφάλειας των πολιτών και κοινής ωφέλειας ή για λόγους μαζικής επιτήρησης και πειθάρχησης;
«Όπως διεξοδικά περιγράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, το ερώτημα ήταν από την αρχή αξεδιάλυτο», λέει η Λία Γυιόκα. Η σχέση ιδιωτικού και δημόσιου δεν είναι –και δεν ήταν ποτέ– ευθεία. Σχετίζεται αφενός με το (ταξικό) κριτήριο της πρόσβασης, αφετέρου με τη δημιουργία του λεγόμενου σταρ σύστεμ, καθώς ο συγγραφέας «δείχνει πώς η φωτογραφία συνδέει την αδιακρισία των παπαράτσι με τον ρατσιστικό φυσιογνωμισμό της εγκληματολογίας και της εθνογραφίας».
Σήμερα, στη διαμόρφωση του πεδίου της ορατότητας, οι πλατφόρμες αυτοματοποιημένου ελέγχου είναι καθοριστικές. Η Λία Γυιόκα χρησιμοποίησε τον όρο «όραση της πλατφόρμας» (platform vision), για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο το λογισμικό καθορίζει τι βλέπουμε, πώς το ταξινομούμε και πώς το αναπαράγουμε. Η παρακολούθηση δεν είναι πλέον μόνο κρατική ή εταιρική· είναι ενσωματωμένη στην καθημερινή μας χρήση των μέσων. Η δομή της επικοινωνίας δεν μας φιμώνει, αλλά μας ευχαριστεί. Και μέσα από αυτή την ευφορία εργαζόμαστε για τις πλατφόρμες ακόμη και όταν δεν κάνουμε τίποτα, τονίζει η ίδια.
Το δεύτερο ερώτημα που έθεσε αφορά τη σχέση μας με τις εικόνες πολέμου και ακραίας βίας: Καλλιεργούν ενσυναίσθηση ή απλώς μας κάνουν να παθαίνουμε ανοσία μπροστά στον θάνατο των άλλων; Σ’ αυτό το ερώτημα, σύμφωνα με τη Λία Γυιόκα, ο Ηρακλής Παπαϊωάννου απαντά καθαρά: ναι στην αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά με συνολική νοητική, συναισθηματική και ηθική εμπλοκή. Και όχι στον εθισμό, που ενθαρρύνεται από την αρχιτεκτονική της ψηφιακής πληροφορίας.
Απέναντι στα ορμητικά κύματα που σαρώνουν τις ελευθερίες
Μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στη διαδικτυακή πορνογραφία, η οποία –με δισεκατομμύρια επισκέψεις ετησίως– αποτελεί μια βιομηχανία τεράστιας κλίμακας που διαμορφώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις μας για το φύλο και τη σεξουαλικότητα.
Ο Ηρακλής Παπαϊωάννου έκλεισε με μια προτροπή: Αν θέλουμε ένα δημοκρατικό και συμπεριληπτικό αύριο, πρέπει να φωτίσουμε το μαύρο κουτί πίσω από το πανταχού παρόν «βλέμμα χωρίς πρόσωπο», σύμφωνα με τη διατύπωση του Φουκό. Να τολμήσουμε τις δικές μας απαντήσεις για τον ρόλο της εικόνας σήμερα.
«Αυτό το βιβλίο φαντάζει ένας κόκκος άμμου απέναντι στα ορμητικά κύματα που σαρώνουν τις σύγχρονες κοινωνίες και ελευθερίες», είπε. «Ελπίζω όμως ότι συμβάλλει να αναδειχθούν καίρια ζητήματα πριν οι κοινωνίες μας μεταμορφωθούν σε κάτι που δεν θα μπορούμε πια να αναγνωρίσουμε».