Σε μια πόλη όπου οι μετασχηματισμοί του χώρου συχνά συμβαίνουν χωρίς να είναι σαφές ποιος ακριβώς αποφασίζει, η συζήτηση για τη διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ανέδειξε όχι απλώς ένα «κουβάρι αρμοδιοτήτων», αλλά ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που επηρεάζουν καθοριστικά τον αστικό χώρο και σε εκείνους που τον κατοικούν καθημερινά.
Το κατακερματισμένο σύστημα διακυβέρνησης της Θεσσαλονίκης και τις επιπτώσεις του στην παραγωγή του αστικού χώρου και στην κοινωνική συμμετοχή εξέτασε η συνεδρία με τίτλο «Η διακυβέρνηση της πόλης, το κουβάρι των αρμοδιοτήτων και η κοινωνική συμμετοχή», που συντόνισε ο διευθυντής του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης, Μιχάλης Γουδής. Οι αποσπασματικές και αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική ρύθμιση, αλλά αντανακλούν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και συσχετισμούς δύναμης που όχι μόνο καθιστούν τη λογοδοσία εξαιρετικά δυσχερή, αλλά καθορίζουν ποια συμφέροντα προωθούνται, ποιες φωνές ακούγονται και ποιες αποσιωπώνται.
«Επενδυτικό περιβάλλον» αντί ισόρροπης ανάπτυξης
Αυτή τη διαπίστωση επιχείρησε να εξειδικεύσει η Εύη Αθανασίου, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, φωτίζοντας το πώς έχει αλλάξει ο σχεδιασμός μέσα στα χρόνια της κρίσης και των αλλεπάλληλων αναδιαρθρώσεων. Η βασική τομή, όπως σημείωσε, βρίσκεται στη μετατόπιση του ίδιου του στόχου του σχεδιασμού: από την ισόρροπη ανάπτυξη, τη χωρική δικαιοσύνη και την περιβαλλοντική προστασία, προς τη «βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος». Στο πλαίσιο αυτό, τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, το ΤΑΙΠΕΔ, η αποδυνάμωση του δημοσίου και η συρρίκνωση των πόρων της αυτοδιοίκησης δεν αποτελούν απομονωμένα φαινόμενα, αλλά όψεις μιας ευρύτερης αναδιάταξης. Στη Θεσσαλονίκη, αυτή η λογική αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στη δυτική είσοδο, στο λιμάνι και στις περιοχές όπου ιδιωτικά και θεσμικά συμφέροντα διαμορφώνουν ένα νέο αναπτυξιακό όραμα.
Η τοπικότητα υποχωρεί χάριν του κράτους και των ελίτ μηχανισμών
Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ομότιμη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, επιχείρησε να ανατρέψει την εύκολη εξήγηση. Το πρόβλημα, είπε, δεν είναι απλώς ότι οι αρμοδιότητες είναι μπερδεμένες. Είναι βαθύτερο. Η πόλη, όπως υποστήριξε, τελεί υπό «διπλή κηδεμονία»: από τη μία του κράτους και από την άλλη υπερεθνικών και ελίτ μηχανισμών που χειραγωγούν τις τοπικές αρχές και περιθωριοποιούν τους δημότες. Παρότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει την αρμοδιότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, στην πράξη τόσο η παράδοση του κρατικού συγκεντρωτισμού όσο και η σύγχρονη λογική της «διακυβέρνησης» περιορίζουν δραστικά το ουσιαστικό της πεδίο. Η έννοια της διακυβέρνησης, όπως ανέλυσε, δεν παραπέμπει πια σε λαϊκά νομιμοποιημένη χάραξη πολιτικής, αλλά σε μια «διαχείριση κλειδωμένων πολιτικών κατευθύνσεων», που εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το ποιος διοικεί. «Το τοπικό προσδιορίζεται από τη δυνατότητα δημοκρατικής διαχείρισης και συμμετοχής των πολιτών», και όταν αυτή η δυνατότητα χάνεται, τότε χάνεται και η ίδια η τοπικότητα, κατέληξε.
Ακύρωση των θεσμικών εργαλείων συμμετοχής
Στο πιο άμεσο, πολιτικό και βιωμένο επίπεδο, ο Νίκος Νικήσιανης, δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης με την παράταξη «Η Πόλη Ανάποδα», περιέγραψε μια Θεσσαλονίκη που αλλάζει ραγδαία: παραγωγικά, οικονομικά, δημογραφικά και χωρικά. Πίσω από αυτόν τον μετασχηματισμό ο ίδιος βλέπει τρεις βασικούς πυλώνες –τη μετατροπή της πόλης σε logistic hub, την τουριστική επέκταση και την κερδοσκοπία στη γη και την κατοικία– και τέσσερις κεντρικούς δρώντες: το κράτος, την περιφέρεια, τον δήμο ως «διευκολυντή» και το ιδιωτικό κεφάλαιο. Μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, η κοινωνική συμμετοχή εμφανίζεται εξαιρετικά ασθενής. Τα θεσμικά εργαλεία συμμετοχής είτε δεν ενεργοποιούνται ποτέ είτε ακυρώνονται στην πράξη, ενώ και οι κινηματικές αντιστάσεις παραμένουν συχνά αποσπασματικές και αμυντικές. Ωστόσο, στο παράδειγμα της ΔΕΘ εντόπισε μια σημαντική ρωγμή: μια προσπάθεια να συνδεθεί η κοινωνική αντιπαράθεση με μια θεσμική διεκδίκηση, αυτή του δημοψηφίσματος. «Δυστυχώς συμμετοχή σημαίνει σύγκρουση», είπε, συνοψίζοντας πικρά τη διαπίστωση ότι, στα ελληνικά δεδομένα, ακόμα και οι πιο νόμιμες, θεσμικές μορφές λαϊκής παρέμβασης συναντούν αντίσταση όταν απειλούν να διαταράξουν κεντρικές επιλογές μετασχηματισμού της πόλης.
Μητροπολιτικότητα στην πράξη
Από διαφορετική αφετηρία, αλλά με εξίσου ενδιαφέροντα τρόπο, ο Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, πρόεδρος του MOMUS, έφερε στο τραπέζι την εμπειρία του πολιτιστικού αυτού οργανισμού ως ενός σπάνιου μητροπολιτικού φορέα που, έστω και χωρίς αρχικό στρατηγικό σχεδιασμό, κατέληξε να λειτουργεί θετικά. Η συγχώνευση πέντε μουσείων υπήρξε αρχικά ένα σοκ, με ανασφάλεια και εσωτερικές εντάσεις, αλλά τελικά παρήγαγε έναν μεγαλύτερο οργανισμό με πιο καθαρή ταυτότητα και μεγαλύτερο αποτύπωμα στην πόλη. Σε αντίθεση με τη διάχυτη αποσπασματικότητα άλλων πεδίων, εδώ αναδείχθηκε η δυνατότητα μιας πιο ενιαίας, μητροπολιτικής λογικής. Ταυτόχρονα, ο ίδιος έθεσε και έναν ευρύτερο προβληματισμό: η Θεσσαλονίκη συχνά αναζητά το μέλλον της σε ρηχές ταυτότητες –«πόλη της γαστρονομίας», «ερωτική πόλη»– αντί να επενδύει σε βαθύτερα, πιο συνεκτικά και μακρόπνοα πολιτισμικά οράματα.
Οι πολίτες να έχουν λόγο στον μετασχηματισμό της πόλης
Στο τέλος της συζήτησης, οι παρεμβάσεις των ομιλητών/τριών και οι απαντήσεις του κοινού συνέκλιναν σε έναν βασικό πυρήνα: αυτό που λείπει από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων, αλλά η δυνατότητα των κατοίκων να νιώθουν ότι έχουν πραγματικό λόγο στον μετασχηματισμό της. Δεν αρκεί ούτε η τυπική διαβούλευση ούτε η επίκληση της συμμετοχής ως διαδικαστικού στολιδιού. Χρειάζονται πόροι, συνέχεια, διαφάνεια και πάνω απ’ όλα εμπιστοσύνη ότι η φωνή των πολιτών δεν θα λειτουργεί απλώς ως συμβολική νομιμοποίηση ήδη ειλημμένων αποφάσεων.
Ίσως γι’ αυτό η πιο ουσιαστική λέξη που ακούστηκε προς το τέλος δεν ήταν ούτε «επένδυση» ούτε «σχεδιασμός», αλλά «χαρά». Η χαρά της συνάντησης, της συλλογικής διεκδίκησης, της αίσθησης ότι η πόλη δεν είναι ένα πεδίο που διαχειρίζονται άλλοι ερήμην των κατοίκων της, αλλά ένας τόπος που μπορεί ακόμη να ξαναγίνει κοινός. Μέσα από τη συζήτηση του πάνελ αναδείχθηκε ακριβώς αυτή η ανάγκη: η διακυβέρνηση της πόλης να πάψει να είναι μια αδιαφανής τεχνική διαχείριση κλειδωμένων αποφάσεων και να ξαναγίνει υπόθεση δημοκρατικής συμμετοχής, κοινωνικού ελέγχου και συλλογικής φαντασίας.
Συνεδρία: «Η διακυβέρνηση της πόλης, το κουβάρι των αρμοδιοτήτων και η κοινωνική συμμετοχή»
(27.3.2026, MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη)
|
Εύη Αθανασίου, καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ Ιφιγένεια Καμτσίδου, ομότιμη καθηγήτρια, Νομική Σχολή ΑΠΘ Νίκος Νικήσιανης, δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης με την παράταξη «Η Πόλη Ανάποδα» Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, πρόεδρος MOMUS Συντονισμός: Μιχάλης Γουδής, διευθυντής, Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης |
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του συνεδρίου «Πόλη σε μετασχηματισμό. Αστικές πολιτικές και κοινωνική συμμετοχή» (Θεσσαλονίκη, 26-29 Μαρτίου 2026), με διοργανωτές την Commonspace και το ParticipatoryLab και με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης.