Με σύνθημα «Οι συνεταιρισμοί χτίζουν έναν καλύτερο κόσμο» η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κήρυξε το 2025 ως Διεθνές Έτος Συνεταιρισμών, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο των συνεταιρισμών στην οικοδόμηση ενός πιο δίκαιου, βιώσιμου και συμπεριληπτικού κόσμου. Στις 17 Δεκεμβρίου 2025, η ΚΟΙΝΣΕΠ Dot2Dοt με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ πραγματοποίησε στη Θεσσαλονίκη ημερίδα με τίτλο «Το συνεταιρίζεσθαι στο επίκεντρο. Ρίζες, προκλήσεις, προοπτικές», αναλύοντας τους προβληματισμούς που ανοίγονται σήμερα σε σχέση μ’ αυτή την ιστορική παγκόσμια παράδοση, η οποία έχει στο κέντρο της τον κοινωνικό έλεγχο και την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών μέσω της συνεργασίας και όχι μέσω του ανταγωνισμού.
Η Dot2Dot, μια κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση που από το 2013 δραστηριοποιείται στους τομείς του βιωματικού τουρισμού, του πολιτισμού, της έρευνας και της εκπαίδευσης, έφερε μαζί εκπροσώπους συνεταιριστικών εγχειρημάτων, οργανισμών, φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, ακαδημαϊκούς και ερευνητές, που είχαν τη δυνατότητα να εμβαθύνουν σε μια σειρά ζητημάτων σχετικών με το συνεταιρίζεσθαι: από τις ιστορικές καταβολές των συνεταιρισμών μέχρι τη νομοθεσία και τις θεσμικές προκλήσεις, και από τα χρηματοδοτικά εργαλεία και την ανάγκη ύπαρξης ολοκληρωμένων στρατηγικών μέχρι το εθνικό σχέδιο δράσης για την κοινωνική οικονομία και το μοντέλο του ανοιχτού συνεταιρισμού.
Η ημερίδα δεν έμεινε μόνο στο θεωρητικό σκέλος, που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο «Ξανθίππη Χόιπελ» του MOMus-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, αλλά προχώρησε και σε μια επίσκεψη στο πεδίο, και συγκεκριμένα στο καφεγλυκοπωλείο του Γυναικείου Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγίου Αντωνίου, όπου αναδείχθηκε η σημασία των συμπράξεων.
Η ιστορία των συνεταιρισμών
«Συχνά ακούμε μια χαρακτηριστική φράση που μπορεί να διατυπώνεται διαφορετικά, αλλά η ουσία της είναι η εξής: οι Έλληνες και οι Ελληνίδες δεν έχουν στο DNA τους τη συνεργασία. Έχει ιστορική θεμελίωση αυτή η φράση;». Με την ερώτηση της Ιφιγένειας Δουβίτσα, μεταδιδακτορικής ερευνήτριας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, προς τον Δημοσθένη Κασσαβέτη, πρώην αναπληρωτή καθηγητή της Νομικής Σχολής στο ΔΠΘ, ξεκίνησε η πρώτη συζήτηση της ημερίδας. Η απάντηση του κ. Κασσαβέτη ήταν καθοριστική και διέψευσε ιστορικά αυτόν τον ισχυρισμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στη χώρα μας έχουμε μια πλούσια προσυνεταιριστική παράδοση που αναπτύχθηκε επί οθωμανικής κατοχής με χαρακτηριστικά το γραπτό λαϊκό δίκαιο, όπως το συντροφοναυτικό σύστημα της Ύδρας. Αυτή η παράδοση αντανακλάται και στις προσπάθειες του ελληνισμού μετά την απελευθέρωση να οργανωθεί με συλλογικούς τρόπους. «Οδήγησε σε διάφορα συλλογικά μορφώματα και τελικά το 1915 στον πρώτο νόμο, τον γενικό νόμο-πλαίσιο για τη συνεταιριστική οικονομία», σημείωσε ξεκαθαρίζοντας: «Ο συνεταιρισμός είναι επιχείρηση.Δεν είναι ούτε πολιτιστικό σωματείο, ούτε πολιτιστικός σύλλογος, ούτε όμως εταιρεία που έχει σκοπό το κέρδος. Είναι διαφορετική επιχείρηση, “παιδί” της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, όπως άλλωστε και το μοντέλο της ανώνυμης εταιρείας».
Ο Δ. Κασσαβέτης υπενθύμισε, εξάλλου, ότι κάθε θεσμός αντανακλά μια σημαντική ανάγκη της κοινωνίας, την οποία προσπαθεί να ικανοποιήσει: Η ανώνυμη εταιρεία τον νέο τότε συντελεστή της παραγωγής, το κεφάλαιο, ο συνεταιρισμός αντίστοιχα τους μικρούς αγρότες ή βιοτέχνες που είχαν εκδιωχθεί από τη μανιφακτούρα της φεουδαρχίας και έμεναν ανίσχυροι μπροστά στη μαζικοποίηση της παραγωγής (εργοστάσια). Στην Αγγλία οι συνεταιρισμοί ξεκίνησαν από τους καταναλωτές, στη Γαλλία ως εργατικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί, στη Γερμανία με τη δημιουργία συνεταιριστικών τραπεζών. Σ’ αυτές τις χώρες λόγω της συγκέντρωσης μεγάλων πληθυσμών έχουμε και πολυάριθμες τέτοιου τύπου επιχειρήσεις. Σήμερα παγκοσμίως τα μέλη της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης είναι πάνω από ένα δισεκατομμύριο. Οι συνεταιρισμοί αποτελούν τον τρίτο τομέα της οικονομίας, δίπλα στον κρατικό και τον ιδιωτικό-κερδοσκοπικό.
Στην Ελλάδα ο τομέας αυτός εμφανίστηκε επισήμως στις αρχές του 20ού αιώνα, με τον πρώτο νόμο που ήρθε για να καλύψει ήδη υπάρχουσες συλλογικές πρωτοβουλίες, και αναπτύχθηκε κυρίως στο είδος των αγροτικών συνεταιρισμών. Όπως είπε ο κ. Κασσαβέτης, οι 150 συνεταιρισμοί του 1915 ανήλθαν στους 1.171 το 1920 και στους 5.700 το 1930. Φυσικά, όπως επισήμανε ο ίδιος, οι ανώμαλες πολιτικά περίοδοι (δικτατορίες και πραξικοπήματα) ταλαιπώρησαν τους συνεταιρισμούς. Παρ’ όλα αυτά δημιουργήθηκε ένα σπουδαίο δίκτυο που διαδραμάτισε έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην αγροτική ανάπτυξη και στον τομέα της μεταποίησης, σε μια περίοδο που η πρόσβαση σε πρώτες ύλες παρουσίαζε διεθνώς μεγάλες δυσκολίες. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρόλο που υπήρξε και στην Ελλάδα μια στοιχειώδης εκβιομηχάνιση, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί παρέμεναν βασική συνιστώσα της οικονομικής εξέλιξης. Αντίθετα, περιθωριακή ήταν η ανάπτυξη των αστικών συνεταιρισμών, η οποία ξεκινά κυρίως μετά το 1974. Κάποιοι αστικοί συνεταιρισμοί, όπως οι ελληνικές συνεταιριστικές τράπεζες, καταστράφηκαν καθ’ οδόν ή πέρασαν σε ιδιωτικά χέρια και χάθηκαν.
Κομβική εξέλιξη για τους αστικούς συνεταιρισμούς αποτέλεσε το νέο μοντέλο των ΚΟΙΝΣΕΠ, οι οποίες ανέρχονται πλέον στις 2.000, ενώ παράλληλα λειτουργούν και οι ομοιοεπαγγελματικοί συνεταιρισμοί. Όπως είπε ο κ. Κασσαβέτης, βασικός σκοπός των συνεταιρισμών είναι η ικανοποίηση των αναγκών των μελών τους. Δεν μεσολαβούν στην αγορά για να βγάλουν κάποιο κέρδος αλλά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των μελών τους, με την ιδιομορφία ότι πελάτης και ιδιοκτήτης είναι ο ίδιος.
Στην Ελλάδα υπάρχει όμως μια βασική έλλειψη – η έλλειψη καταναλωτικών συνεταιρισμών, κάτι που αντανακλάται και στα ζητήματα ακρίβειας στη διατροφή. Στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ δεν έχουμε τόσο έντονα φαινόμενα ακρίβειας γιατί είναι ανεπτυγμένες τόσο οι συνεταιριστικές αλυσίδες τροφίμων όσο και οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, η λειτουργία των οποίων οδηγεί, σύμφωνα με τον κ. Κασσαβέτη, σε έναν καλώς νοούμενο ανταγωνισμό, προς όφελος κυρίως των μελών των συνεταιρισμών αλλά και ευρύτερα, καθώς δεν επιτρέπει μεγάλα άλματα στις τιμές.
Δεδομένης της πίεσης που ασκούν οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, η αναγκαιότητα του συνεταιρίζεσθαι είναι ακόμη μεγαλύτερη και από ό,τι στις αρχές της βιομηχανικής κοινωνίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Κασσαβέτη, υπάρχει ανάγκη επίλυσης του κατακερματισμένου θεσμικού πλαισίου, έτσι ώστε οι συνεταιρισμοί να μπορούν να έχουν ίσες ευκαιρίες όσον αφορά τα χρηματοδοτικά εργαλεία και το νομικό πλαίσιο.
Το κατακερματισμένο τοπίο της ελληνικής συνεταιριστικής νομοθεσίας
Τον κατακερματισμό της ελληνικής συνεταιριστικής νομοθεσίας και το αίτημα για ενοποίησή της περιέγραψε ο Γιώργος Μελισσουργός, συντονιστής του προγράμματος Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας στο Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης, εισάγοντας το κοινό στη δεύτερη θεματική της ημερίδας. Όπως εξήγησε, οι συνεταιρισμοί του νόμου της Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΚΑΛΟ) μπορούν να κάνουν περιφερειακά ενώσεις, ωστόσο δεν υπάρχει αναγνωρισμένο εθνικό όργανο. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αστικοί συνεταιρισμοί δεν έχουν εθνική ομοσπονδία, από τις συνεταιριστικές τράπεζες είναι πιθανόν σε λίγα χρόνια να έχει απομείνει μόνο αυτή της Καρδίτσας, ενώ οι ενεργειακές κοινότητες είναι αδύνατο να έχουν στην πράξη κοινή εκπροσώπηση.
Το ίδιο κατακερματισμένο είναι και το πλαίσιο ίδρυσης των συνεταιρισμών. Ανάλογα με το νομικό πλαίσιο για το εκάστοτε είδος συνεταιρισμού, ακολουθείται διαφορετική διαδικασία, προβλέπεται διαφορετικό καταστατικό και εκλέγονται διαφορετικά όργανα. Άγνωστα είναι και τα ποσοτικά στοιχεία για τους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα: ποιοι είναι, πόσα μέλη ή πόσους εργαζόμενους-ες έχουν. «Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για τους συνεταιρισμούς, όταν είναι δύσκολο ακόμη και να τους εντοπίσουμε;», διερωτήθηκε ο Γ. Μελισσουργός.
Άγνωστα στοιχεία για την ιστορία των συνεταιρισμών φαρμακοποιών στη χώρα μας, αλλά και για τη συμβολή τους στη διάθεση φαρμάκων, έδωσε ο Βασίλης Μπιρλιράκης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών Ελλάδος και μέλος του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Θεσσαλίας.
Ο Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Θεσσαλίας ιδρύθηκε το 1930 και δύο χρόνια μετά ο Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Θεσσαλονίκης και Πάτρας. Τα τελευταία εκατό χρόνια ιδρύθηκαν 25 συνεταιρισμοί φαρμακοποιών, εκ των οποίων πτώχευσαν μόνο τρεις. Οι συνεταιρισμοί αυτοί αντιστοιχούν σε 45 κέντρα διανομής σε όλη τη χώρα που καλύπτουν το σύνολό της. «Το βασικό μας έργο είναι να αγοράζουμε φάρμακα από τη φαρμακοβιομηχανία και να τα διαθέτουμε στα φαρμακεία των μελών μας» εξήγησε ο κ. Μπιρλιράκης, τονίζοντας ότι οι συνεταιρισμοί φαρμακοποιών αυτή τη στιγμή έχουν το 51% του μεριδίου αγοράς. Οι συνεταιρισμοί καλύπτουν τις ανάγκες των μελών τους, το να έχουν δηλαδή πρόσβαση στο φάρμακο με δίκαιο τρόπο. Αυτή ήταν και η βασική ανάγκη από την αρχή της ίδρυσής τους, που καταγράφεται και στο πρώτο καταστατικό, καθώς το μεγάλο πρόβλημα από τότε ήταν οι ιδιώτες χονδρέμποροι που διένεμαν τα φάρμακα προς τα φαρμακεία με μη δίκαιο τρόπο (αυστηρό πλαίσιο πολιτικής χωρίς εκπτώσεις, πίστωση κ.ά.). Σήμερα, χάρη στους συνεταιρισμούς, τα φάρμακα φτάνουν στο φαρμακείο μέσω πολλαπλών δρομολογίων κατά τη διάρκεια της ημέρας, με πιστώσεις και εκπτώσεις. Η λειτουργία τους, πέραν του ότι καλύπτει τις ανάγκες των μελών, παίζει και έναν ρυθμιστικό ρόλο στο σύνολο της λειτουργίας της αγοράς, με αποτέλεσμα να ωφελούνται και τα μη μέλη.
Ωστόσο, ο θεσμικός κατακερματισμός έχει εμποτίσει το πεδίο των συνεταιρισμών τόσο στις συμπεριφορές όσο και στις συνειδήσεις. «Ο αστικός συνεταιρισμός δεν αναγνώριζε την ΚΟΙΝΣΕΠ, δεν αναγνώριζε δηλαδή ότι ανήκουν στην ίδια οικογένεια, ότι έχουν κοινές αξίες, αρχές και ταυτότητα», σημείωσε η Ιφιγένεια Δουβίτσα. Η ίδια επεσήμανε ότι ο θεσμικός κατακερματισμός, πέρα από την εναντίωση στην ίδια την ιστορία του συνεταιρισμού, οδηγεί σε διαφορετικούς ορισμούς για το τι είναι συνεταιρισμός, σε διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις, σε διαφορετικούς χρόνους σύστασης ανάλογα με τη νομική μορφή, αλλά και σε διαφορετική εποπτεία. Μεγάλη είναι η δυσκολία της δυνατότητας συγκρότησης ενός φορέα πανελλαδικής εκπροσώπησης.
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης είναι πολλές και, όπως τόνισε η Ιφ. Δουβίτσα, «όσο περισσότερο κατακερματίζεται ο θεσμός, τόσο περισσότερο έρμαιο είναι σε δύο αντίθετα φαινόμενα: από τη μία στον ισομορφισμό προς την ανώνυμη εταιρεία (companization) και από την άλλη στην κοινωνικοποίηση (socialization), δηλαδή προς την κοινή ωφέλεια. Έτσι, για την ίδια τίθεται το ερώτημα: «πού υπάρχει το παραδοσιακό συνεταιρίζεσθαι;». Δυστυχώς, ο κατακερματισμός που παρατηρείται στην Ελλάδα έχει πείσει τους συνεταιριστές να μη συνεργάζονται και να μην υπάρχουν διασυνεταιριστικές συνεργασίες στη χώρα.
Κόντρα σ’ αυτό το φαινόμενο, το τελευταίο διάστημα έχει παρατηρηθεί μια προσπάθεια από τις εθνικές αναγνωρισμένες ομοσπονδίες να υπογράψουν ένα μνημόνιο συνεργασίας. Τι σημαίνει αυτό το μνημόνιο εξήγησε ο Β. Μπιρλιράκης. Το 2021 η Ομοσπονδία αποφάσισε να ανοιχτεί και στους υπόλοιπους συνεταιριστικούς κλάδους με στόχο τη μεταξύ τους γνωριμία και τη δημιουργία ενός σημείου εμπιστοσύνης. Η διαδικασία αυτή κατέληξε σε ένα μνημόνιο συνεργασίας που υπογράφηκε από την Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδας και την Πανελλήνια Ομοσπονδία ΚοιΣΠΕ.
Μέσα από το Μνημόνιο αυτό εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, η ανάγκη ενοποίησης της συνεταιριστικής νομοθεσίας προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αποξένωση των συνεταιριστικών κλάδων και να επιτευχθεί ενιαία εκπροσώπηση που να οδηγήσει και σε αλλαγές στη νομοθεσία.
Η κ. Δουβίτσα διευκρίνισε πως ενοποίηση της συνεταιριστικής νομοθεσίας δεν σημαίνει ισοπέδωση των ιδιαιτεροτήτων. Με τα δικά της λόγια: «Είναι πανεύκολο να φτιάχνεις νόμους και να προβλέπεις νέες νομικές μορφές, με αποτέλεσμα να έχεις έναν νομικό πλουραλισμό. Το δύσκολο είναι να ενοποιείς, χτίζοντας μια τέτοια νομική βάση που να οδηγήσει σε φορολόγηση επί ίσοις όροις».
Ο νόμος, σύμφωνα με την ίδια, θα έπρεπε να ξεκαθαρίζει ότι ο συνεταιρισμός δεν έχει σκοπό το κέρδος αλλά την κάλυψη των αναγκών των μελών του, και άρα δεν θα μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια κοινή εμπορική εταιρεία. Επιπλέον, να προβλέπει μια όμοια διαδικασία ως προς τη σύσταση και την εποπτεία και να δίνει κίνητρα για μια κοινή εκπροσώπηση. Τέλος, τα ζητήματα διανομής πλεονασμάτων και κερδών δεν θα έπρεπε να εναπόκεινται στο κάθε υπουργείο ή στην κάθε πολιτική συγκυρία.
Υπάρχει πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία;
Κρίσιμη για τη βιωσιμότητα των συνεταιρισμών είναι φυσικά η πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία. Το πεδίο αυτό περιέγραψαν ο Παναγιώτης Τουρναβίτης, διευθύνων σύμβουλος της Συνεταιριστικής Τράπεζας Καρδίτσας, και ο Αθανάσιος Κακούδης, διευθυντής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Προγραμμάτων «ΚΕΠΑ-ΑΝΕΜ ΑΜΚΕ».
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Τουρναβίτη, η Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας εδώ και 31 χρόνια προσπαθεί να βρίσκεται κοντά στις πραγματικές ανάγκες συμβάλλοντας στη συνεταιριστική οικονομία. Ο κ. Τουρναβίτης τόνισε ότι στην Καρδίτσα λειτουργεί ένα ολόκληρο οικοσύστημα που αποδεικνύει πώς μπορούν να λειτουργήσουν οι συνεταιρισμοί όταν έχουν ουσιαστική υποστήριξη. Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα ένα πλήθος συνεταιρισμών από διαφορετικούς τομείς που έχουν αναπτυχθεί και είναι βιώσιμοι με ένα ποικιλόμορφο πλαίσιο προϊόντων. Έτσι, όπως ανέφερε, «προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια ολοκληρωμένη αλυσίδα αξίας από την παραγωγή μέχρι και τη διάθεση, ο αντίκτυπος της οποίας φτάνει στην κοινωνία».
Από την πλευρά του ο Αθανάσιος Κακούδης εξήγησε το πεδίο στο οποίο ενεργεί το «ΚΕΠΑ-ΑΝΕΜ» ως εταίρος του Εθνικού Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης Επιχειρησιακών Προγραμμάτων Ανταγωνιστικότητας και Επιχειρηματικότητας στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία. Πρόκειται για διαχείριση προγραμμάτων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο που αφορούν δράσεις επιχειρηματικότητας σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων, «το ΚΕΠΑ διαχειρίζεται ολόκληρο τον κύκλο μιας τέτοιας δράσης. Από τη στιγμή που προκηρύσσεται ένα πρόγραμμα ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους, δέχεται τις προτάσεις, τις αξιολογεί, προχωρά στις εγκρίσεις, μετά στον έλεγχο και τις εκθέσεις και αποπληρώνει τους δικαιούχους». Ο κ. Κακούδης έκανε λόγο για ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που επιδοτούν δαπάνες σε κτιριακές διαμορφώσεις, απόκτηση εξοπλισμού, πρόσληψη προσωπικού, εκσυγχρονισμό λογισμικού και ό,τι έχει ανάγκη μια επιχείρηση για να εκσυγχρονιστεί ή να ιδρυθεί.
Όσον αφορά τα ΕΣΠΑ, στο παρελθόν υπήρχαν αποκλεισμοί σε σχηματισμούς συνεταιριστικής οικονομίας, κάτι που έχει πλέον αλλάξει, καθώς στη νέα προγραμματική περίοδο (2021-27) υπάρχει στόχευση για κοινωνικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς. Σύμφωνα με τον ίδιο, θα έπρεπε να ισχυροποιηθεί το μοντέλο διακυβέρνησης αυτών των εταιρειών και να χρησιμοποιηθούν σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία. Φυσικά χρειάζεται συμβουλευτική και ισχυρές αντιπροσωπεύσεις για να μπορούν να πιέζουν τις αρμόδιες αρχές, έτσι ώστε να εκδίδονται δράσεις που να έχουν χαρακτηριστικά τα οποία ταιριάζουν στους συνεταιρισμούς.
Αναγκαία η συλλογική χάραξη στρατηγικής στον πολιτισμό
Τι θα σήμαινε μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τον πολιτισμό και την τοπική ανάπτυξη και πώς συμβάλλουν τα πολιτιστικά masterplans ανέλυσε στην τέταρτη θεματική της ημερίδας ο Αθανάσιος Καλογερέσης, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ. Σε μια συνθήκη όπου στον πολιτισμό κυριαρχούν αναδιανεμητικές πολιτικές από τα πάνω, οι τοποκεντρικές στρατηγικές ανάπτυξης, μέσω και των πολιτιστικών masterplans, εστιάζουν σε μηχανισμούς που βασίζονται στις τοπικές δυνατότητες μέσω της αλληλεπίδρασης τοπικής και γενικής γνώσης. Εκτός από να αξιοποιούν το τοπικό δυναμικό, η επιτυχία τους εξαρτάται από το αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολόκληρο πλαίσιο που θα στηρίξει την πολιτιστική ανάπτυξη. Έτσι κι αλλιώς, ο πολιτισμός και η δημιουργικότητα παράγουν οικονομική και κοινωνική αξία, συμβάλλουν στην προστιθέμενη αξία και την απασχόληση, ενώ παράλληλα ενδυναμώνουν τις τοπικές ταυτότητες και δημιουργούν κοινωνικό και πολιτιστικό κεφάλαιο.
Τα masterplans αφορούν τη χάραξη πολιτιστικής πολιτικής στη Θεσσαλονίκη, στα αστικά κέντρα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Σύμφωνα με τον κ. Καλογερέση, αφού προετοιμάστηκε η μεθοδολογία, οι ερευνητές προχώρησαν στη χαρτογράφηση των πολιτιστικών οικοσυστημάτων 15 πολύ διαφορετικών περιοχών. Επίσης, μέσω συμμετοχικών εργαστηρίων και συνεντεύξεων επιχειρήθηκε η σφαιρική κατανόηση του πολιτιστικού δυναμικού και νομιμοποιήθηκε η στρατηγική. Τα περισσότερα προβλήματα που εντόπισε η έρευνα αφορούσαν ζητήματα συνεργασίας και δικτυώσεων. Εντοπίστηκε έλλειψη στρατηγικής και συμμετοχής, ωστόσο αναδείχθηκε η δίψα των τοπικών κοινοτήτων για περισσότερο πολιτισμό και των τοπικών αρχών για «έξυπνα» αναπτυξιακά εργαλεία. «Το έργο ελπίζουμε να αποτελέσει βάση για περαιτέρω ανάπτυξη τοπικών πολιτιστικών πολιτικών, σημαντικό παράδειγμα διαμόρφωσης τοποκεντρικών πολιτιστικών πολιτικών, και “εργαλειοθήκη” προς αξιοποίηση από φορείς χάραξης και υλοποίησης πολιτιστικής πολιτικής σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα», σημείωσε.
Πώς σχετίζεται όμως ο πολιτισμός και οι στρατηγικές για τον πολιτισμό με την κοινωνική οικονομία; Σύμφωνα με τον κ. Καλογερέση, πολύ συχνά η αγορά δεν είναι ο καταλληλότερος φορέας για την παραγωγή οικονομικής και κοινωνικής αξίας μέσω του πολιτισμού, επειδή τα αγαθά αυτά έχουν τον χαρακτήρα των κοινών, δεν είναι εύκολο να αποτιμηθούν και δεν είναι εύκολο να υπάρξουν κίνητρα για επιχειρήσεις να εμπλακούν στην παραγωγή τέτοιου τύπου αγαθών. Όπως κατέληξε, ο πολιτισμός είναι προνομιακό πεδίο της ΚΑΛΟ, καθώς οι φορείς ΚΑΛΟ καλύπτουν σημαντικά κενά της συμβατικής επιχειρηματικότητας, ιδίως σε μικρότερες πόλεις, όπου η συμβατική πολιτιστική και δημιουργική επιχειρηματικότητα είναι πάρα πολύ περιορισμένη. Σε επιμέρους πεδία μάλιστα η ΚΑΛΟ θεωρείται ακόμη πιο κατάλληλη σε σχέση με τη συμβατική επιχειρηματικότητα.
Η ανανέωση του θεσμικού πλαισίου, προϋπόθεση για στήριξη της ΚΑΛΟ
Tις στοχεύσεις αλλά και τα προβλήματα που έχουν εντοπιστεί όσον αφορά την προώθηση των πολιτικών για την Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία, έτσι ώστε να εναρμονιστεί η Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανέλυσε η Ελένη Κοντονάσιου, προϊσταμένη του Τμήματος Πολιτικών για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία στη Διεύθυνση Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας. Εντός των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης είναι και το Μητρώο, δηλαδή η καταγραφή των φορέων της ΚΑΛΟ. Ένα από τα μεγάλα προβλήματα είναι ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι όλοι οι φορείς. Οι κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις (ΚΟΙΝΣΕΠ, συνεταιρισμοί εργαζομένων, ΚΟΙΣΠΕ κ.ά.) εγγράφονται μέσα από τη σύστασή τους και υπάρχει σχεδόν πλήρης εικόνα. Ωστόσο, για τους άλλους φορείς Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας (π.χ. ΑΜΚΕ, ενεργειακές κοινότητες, κάποιοι αστικοί συνεταιρισμοί), η εγγραφή είναι προαιρετική και αυτό δημιουργεί ανισομέρεια στο ίδιο το Μητρώο αλλά και στα στατιστικά στοιχεία που συντάσσονται μέσα από την απολογιστική έκθεση κάθε χρονιά. Παράλληλα, στόχος της Διεύθυνσης είναι η προώθηση πολιτικών, η δικτύωση και οι συνεργασίες με τα ευρωπαϊκά δίκτυα, καθώς και ο έλεγχος και η πιστοποίηση των φορέων της Κοινωνικής Αλληλεγγύης Οικονομίας. Η κ. Κοντονάσιου εξέφρασε την ανάγκη για μια ενιαία συνεταιριστική νομοθεσία και τη χάραξη πολιτικών οι οποίες θα συνδέονται με πραγματικά προβλήματα που προκύπτουν στον ιδιωτικό τομέα και στις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν εκεί (π.χ τη δημιουργία συνεταιρισμών και την ανάληψη λειτουργίας επιχειρήσεων που κλείνουν, όπως συμβαίνει σε χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης, τον χώρο της καθαριότητας, των διανομών κ.ά.).
«Πρέπει από τη μια πλευρά να υπάρχει η διάσταση που αφορά πολιτικές που προωθούνται με αυτόν τον τρόπο, και από την άλλη ο ίδιος ο χώρος να ενισχύσει τέτοιου τύπου πολιτικές», σημείωσε χαρακτηριστικά, αναφέροντας μεταξύ άλλων την έναρξη σε κεντρικό επίπεδο της συζήτησης για την επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου.
Το μοντέλο του Ανοιχτού Συνεταιρισμού
Τα κοινά αγαθά δεν είναι μόνο η παραδοσιακή γνώση, ο πολιτισμός ή τα κοινά βοσκοτόπια. Στην ψηφιακή εποχή μας έχουμε πλέον μια καινούργια κατηγορία, τα ψηφιακά κοινά. Πρόκειται, παραδείγματος χάριν, για τη γνώση που βρίσκεται στην ανοιχτή εγκυκλοπαίδεια wikipedia, ή στον ανοιχτό κώδικα του ελεύθερου λογισμικού. Όπως εξήγησε ο Αλέξανδρος Παζαΐτης, ερευνητής Πολιτικής Οικονομίας των Κοινών, στα παραπάνω παραδείγματα ομάδες χρηστών συνδέονται αποκεντρωμένα μεταξύ τους χωρίς προκαθορισμένους ρόλους και δομή, συνεισφέρουν θεωρητικά και διαχειρίζονται από κοινoύ πόρους με βάση ορισμένους κανόνες. «Έτσι, ο ανοιχτός συνεταιρισμός είναι μια ιδιότυπη μορφή –ένα “χακάρισμα” του θεσμικού πλαισίου– για να δημιουργηθεί μια οργάνωση, η οποία δεν υπάρχει ακόμα. Είναι κάτι το οποίο θα θέλαμε να δούμε πώς θα λειτουργούσε στο μέλλον και να ενημερώσουμε αντίστοιχα το θεσμικό πλαίσιο. Γι’ αυτό δεν μιλάμε για ανοιχτούς συνεταιρισμούς ως νομικές μορφές, αλλά για τον ανοιχτό συνεταιρισμό ως αυτόν τον συγκερασμό των ψηφιακών κοινών, των πρακτικών συνεργασίας που δημιουργήθηκαν σε αυτό το πεδίο με το συνεταιριστικό κίνημα, που προσπαθεί να δώσει συγκεκριμένες λύσεις στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής οι οποίες έχουν να κάνουν με την αυξημένη επισφάλεια, με τα διάφορα κενά του θεσμικού πλαισίου, με τις αδυναμίες των υποδομών να υποστηρίξουν τη συλλογική οργάνωση και τη συνεργασία», σημείωσε μεταξύ άλλων.
Ένα παράδειγμα αυτής της διεργασίας είναι τo Smart Coop, ένας μεγάλος συνεταιρισμός που ξεκίνησε στο Βέλγιο με σκοπό τη συνένωση των ελεύθερων επαγγελματιών και εργαζομένων σε επισφάλεια, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζουν μόνοι/ες τους τις προκλήσεις αυτές, αλλά να συνενώσουν το επίπεδο διαχείρισης οικονομικών πόρων, να έχουν ένα ελάχιστο δίχτυ ασφαλείας και να μη θεωρούνται αυταπασχολούμενοι/ες – δηλαδή να έχουν κοινωνική ασφάλιση ως μισθωτοί και μισθωτές. Ο συνεταιρισμός αυτός, όπως ειπώθηκε, ξεκίνησε από εργαζόμενους/ες στις παραστατικές τέχνες, που δημιούργησαν τη μορφή αυτή για να καλύπτονται εργασιακά και κατέληξαν να διαχειρίζονται ως κοινό την ίδια την έννοια της επιχειρηματικότητας, το πώς δηλαδή μπορούν να παράγουν κοινωνική και οικονομική αξία.
Το βασικό στοιχείο του μοντέλου του Ανοιχτού Συνεταιρισμού, σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή, καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής Θεωρίας στο ΑΠΘ, είναι η συνεργασία σε δημιουργικά επαγγέλματα σε συνδυασμό με την αυτονομία του κάθε επαγγελματία. Δηλαδή εργασίες που παλαιότερα τις έκαναν μόνοι/ες τους πλέον δεν τις κάνουν ως μονάδες αλλά μέσα από τις συνεταιριστικές δομές. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια συναπόφαση όλου του συνεταιρισμού, ένα κοινό σχέδιο δράσης και ένας καταμερισμός εργασίας. Κατά περιπτώσεις αυτό αφορά κοινές λογιστικές και νομικές υποδομές. «Η βασική καινοτομία αυτού του οικοσυστήματος είναι ότι εμπεριέχει τη συνεργασία που βρίσκεται στον συνεταιρισμό, αλλά ταυτόχρονα και έναν μεγάλο βαθμό αυτονομίας για τα μέλη του συνεταιρισμού ως προς το τι κάνουν» ανέφερε. Ο ίδιος επεσήμανε και τη χρήση εργαλείων ψηφιακής διακυβέρνησης, τα οποία κάθε μέλος του συνεταιρισμού μοιράζεται με διάφορους τρόπους. Το όφελος δεν είναι ένα μεγαλύτερο εισόδημα, αλλά η ενίσχυση των κοινών υποδομών. Η ιδέα του Ανοιχτού Συνεταιρισμού παρουσιάζει περισσότερους παραλληλισμούς με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς στην Ελλάδα, οι οποίοι δεν στηρίζονταν σε μια κοινή γη, αλλά στην κοινή αντιμετώπιση προβλημάτων που είχαν να κάνουν με την προμήθεια λιπασμάτων ή τη σχέση με τους μεσάζοντες. Η συνεισφορά του Ανοιχτού Συνεταιρισμού είναι ότι επιτρέπει ένα συνεταιριστικό πλαίσιο που προστατεύει από την αγορά, έχει ένα κοινό όφελος και κυρίως προσφέρει διαφάνεια.
Η τετραπλή έλικα και ο ρόλος των συμπράξεων
Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με επίσκεψη στον Γυναικείο Αγροτικό Συνεταιρισμό του Αγίου Αντωνίου και συγκεκριμένα στο καφεγλυκοπωλείο που διατηρεί. Εκεί, όσοι/ες συμμετείχαν είχαν την ευκαιρία να γευτούν τα προϊόντα του συνεταιρισμού αλλά και να μάθουν την ιστορία του. Παράλληλα, εκπρόσωποι συνεταιριστικών εγχειρημάτων και ερευνητές/τριες συζήτησαν για τις συμπράξεις μεταξύ συνεταιρισμών, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ερευνητικών κέντρων και της κοινωνίας των πολιτών.
Όπως ανέφερε η Μαρία Κουκούρου, ο Γυναικείος Αγροτικός Συνεταιρισμός Αγίου Αντωνίου ιδρύθηκε το 1999. Αρχικά λειτούργησε στο κτίριο το οποίο παραχωρήθηκε από τον γαλακτοκομικό σύλλογο που είχε κλείσει, και με τη στήριξη προγραμμάτων για την ύπαιθρο αγοράστηκαν τα πρώτα μηχανήματα. «Θέλουμε να λέμε ότι ξεκινήσαμε με ένα τσουβάλι αλεύρι και πολλή αγάπη», δήλωσε χαρακτηριστικά η Μαρία Κουκούρου, αναφέροντας την εμπλοκή των γυναικών στην παραγωγή τοπικών εδεσμάτων, όπως τα φύλλα περέκ. Στη συνέχεια ο συνεταιρισμός επεκτάθηκε και σε άλλα προϊόντα και αυτή τη στιγμή αποτελείται από 20 γυναίκες αγρότισσες. Το 2008 άνοιξε το καφεγλυκοπωλείο, προκειμένου ο κόσμος να γνωρίσει καλύτερα τη δουλειά του συνεταιρισμού. «Μέσω των συμπράξεων μόνο να κερδίσουμε μπορούμε. Δεχθήκαμε υποστήριξη από τους δήμους Θέρμης και Θεσσαλονίκης, από το ΑΠΘ και την Αμερικανική Γεωργική Σχολή με τεχνογνωσία και ιδέες, αλλά και από φοιτητές/τριες που επισκέφθηκαν τον συνεταιρισμό. Είμαστε ανοιχτές και δεν θέλουμε να κρατήσουμε τίποτα μυστικό – εκτός από τις συνταγές μας! Όλα ξεκινούν δειλά, αλλά με τις συμπράξεις και με τον κόσμο προχωράμε».
Όπως εξήγησε η Βασιλική Καρτσιακλή από την Dot2Dot, η καινοτομία δεν έρχεται μόνο μέσα από το κράτος ή από τα πανεπιστήμια, αλλά και από την κοινωνία των πολιτών. Πρόκειται για τη λεγόμενη «τετραπλή έλικα», η οποία μέσω των συμπράξεων συνδέει την κοινωνική επιχειρηματικότητα, την έρευνα και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, τους τοπικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών. Τη σημασία αυτής της σύνδεσης επεσήμανε η Αναστασία Χαμαλίδου, εκπρόσωπος της ΚΟΙΝΣΕΠ επανένταξης «Τρελή Ροδιά», μιας πρωτοβουλίας που δημιουργήθηκε μέσα από το Πρόγραμμα Προαγωγής Αυτοβοήθειας και συνδέει τον αγροδιατροφικό τομέα με την επανένταξη. Στο φυτώριο της στα Βασιλικά, η ΚΟΙΝΣΕΠ διατηρεί παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων καλλιεργώντας λαχανικά, αρωματικά φυτά και βότανα με βιολογικούς τρόπους καθώς και ένα κτήμα με 420 δέντρα ροδιάς, και προωθεί τόσο την καθαρή τροφή όσο και την ίδια την καλλιέργεια της γης ως εργαλείο κοινωνικής ένταξης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Στο πώς η γνώση μπορεί να παράγεται μέσα από την πράξη και τη συμμετοχή των πολιτών σε ένα άλλο πεδίο, αυτό της ενέργειας, επικεντρώθηκε η Μαρία Μπίκου, από την Ενεργειακή Κοινότητα «Γήωση». Στόχος της ενεργειακής κοινότητας είναι η προώθηση ενός πιο δίκαιου ενεργειακού συστήματος, καθώς και η αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που κυριαρχούν τα μονοπώλια στην ενέργεια, η προσπάθεια της «Γήωσης» είναι να αναδείξει την ενέργεια ως κοινωνικό αγαθό, στο οποίο πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι πολίτες. Βασική μέριμνα της κοινότητας είναι να συμβάλει σε μια δίκαιη, συμμετοχική, δημοκρατική ενεργειακή μετάβαση, επιδιώκοντας να δώσει στους πολίτες ρόλο όχι μόνο ως καταναλωτές αλλά ως συνδιαμορφωτές, ασκώντας πίεση στις πολιτικές και τις αποφάσεις που αφορούν την ενέργεια. Επιπλέον, επιδιώκεται η γεφύρωση της επιστημονικής γνώσης και της τοπικής εμπειρίας. «Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μελών μας προέρχεται από τον ακαδημαϊκό χώρο. Ταυτόχρονα όμως, ό,τι υλοποιείται γίνεται σε συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και τους φορείς», δήλωσε χαρακτηριστικά η Μ. Μπίκου.
Μια διαφορετική διαδικασία έρευνας, η οποία δεν περιορίζεται στην παρακολούθηση και τη μελέτη αλλά επεκτείνεται στην ίδια τη δράση, περιέγραψε ο Λευτέρης Καραμήτρου, μέλος του συνεταιρισμού «Μακόντο - Συλλογικότητα για την Έρευνα και τη Φαντασία» και της ερευνητικής ομάδας «Όραμα+». Μέσα από τη συμμετοχή της ομάδας σε ερευνητικό πρόγραμμα επιχειρείται η ανάδειξη της πρακτικής διάστασης της έρευνας, αλλά και ένας από κοινού σχεδιασμός δημόσιων πολιτικών που να προωθούν τον συνεργατισμό.
Επιπλέον, κοινός στόχος είναι η παραγωγή ανοιχτής γνώσης, δηλαδή εργαλείων και μεθόδων επίλυσης προβλημάτων που αφορούν την καθημερινότητα, τις συγκρούσεις και τις σχέσεις μεταξύ των μελών και των συνεταιρισμών. Όπως συγκεκριμένα ανέφερε ο Λ. Καραμήτρου: «Στο “Όραμα+” επιδιώκεται η σχέση μας ως ερευνητών με συνεταιρισμούς που έχουν συγκροτήσει την ομπρέλα συνεργατικών εγχειρημάτων “Κοινόν” προωθώντας τον Ανοιχτό Συνεταιρισμό. Αν και ακόμη κινούμαστε σε αχαρτογράφητα νερά, ο στόχος της έρευνας και της δράσης είναι να στηριχθούν υπάρχοντες συνεταιρισμοί μέσα από ένα κοινό σημείο αναφοράς, αναπτύσσοντας αυτοτελείς αλλά και κοινές δράσεις σε τοπικό επίπεδο».
Κοινό συμπέρασμα, με το οποίο έκλεισε η ημερίδα, ήταν η έννοια της εμπιστοσύνης ως προϋπόθεση αλλά και αποτέλεσμα τέτοιων συμπράξεων, έτσι ώστε οι λύσεις που αναπτύσσονται να μην είναι μόνο τεχνικά αποτελεσματικές αλλά και κοινωνικά δίκαιες, τοπικά προσαρμοσμένες και συλλογικά αποδεκτές. Έτσι, η συνεργασία από ένα απλό εργαλείο γίνεται δομικό στοιχείο στην ταυτότητα μιας κοινότητας.