Αυτό το κείμενο είναι μια εισαγωγή στο άρθρο «Identifying Strategic Entry Points for Transformative Politics towards a Degrowth Society» και αποτελεί μέρος μιας σειράς άρθρων που εξετάζουν θέματα στρατηγικής στο κίνημα της αποανάπτυξης. Τα άρθρα γράφτηκαν την περίοδο 2019-2020 από μέλη της κοινότητας της αποανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στο degrowth.info. Ολόκληρη η συλλογή των άρθρων είναι διαθέσιμη εδώ.
Παρόλο που τα όρια και οι αποτυχίες του υπάρχοντος οικονομικο-πολιτικού μας συστήματος είναι γνωστά και έχουν επισημανθεί επανειλημμένως, υπάρχει έλλειμα στον στρατηγικό σχεδιασμό των μετασχηματιστικών πολιτικών. Αυτό που λείπει είναι τα σημεία εισόδου της πολιτικοποίησης και της αλλαγής των κοινωνικών αξιών, των κανόνων και των θεσμών. Για να επιτύχουμε κάτι τέτοιο, χρειάζεται η επισήμανση του πώς οι ηγεμονικές αξίες ενσωματώνονται, όχι μόνο σε θεσμικές και οικονομικές πολιτικές, αλλά και στην καθημερινότητα.
Κοινωνικές και ατομικές αντιδράσεις στην κοινωνικο-οικολογική κρίση: μια παράδοξη κατάσταση ως σημείο αναφοράς
Οι κοινωνικές και ατομικές αντιδράσεις στην κοινωνικο-οικολογική κρίση χαρακτηρίζονται από παραδοξότητες. Παρόλο που η οικολογική κρίση γίνεται αντιληπτή από πολλούς φορείς ως μια σοβαρή απειλή, υπάρχει συναίνεση μόνο σε αρκετά μετριοπαθείς οικονομικές και πολιτικές παρεμβάσεις.
Η προτεραιότητα δίνεται στους μηχανισμούς της αγοράς και σε τεχνολογικές καινοτομίες που υποτίθεται ότι θα οδηγήσουν σε οικολογικό εκσυγχρονισμό. Το παράδειγμα αυτό προτάσσεται από σημαντικούς φορείς, αφού υπόσχεται την έλευση της λεγόμενης πράσινης ανάπτυξης.
Όμως αυτές οι στρατηγικές δεν έχουν οδηγήσει στη σημαντική μείωση των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων ούτε στη μείωση της κατασπατάλησης πόρων, για να μην μιλήσουμε για την κοινωνική αδικία και τις ανισότητες δύναμης. Από την άλλη, στρατηγικές για την αυτάρκεια, την περιβαλλοντική δικαιοσύνη και την αποανάπτυξη υποτιμούνται επειδή συγκρούονται με τις πολιτικές οικονομικής ανάπτυξης και τις επικρατούσες σχέσεις εξουσίας.
Παρατηρούμε επίσης το εξής παράδοξο σε ατομικό επίπεδο: οι περιοχές του πλανήτη με μεγαλύτερη περιβαλλοντική ευαισθησία είναι και αυτές με τις μεγαλύτερες εκπομπές και την υψηλότερη κατανάλωση πόρων. Αυτό οφείλεται στο ότι η περιβαλλοντική αυτο-εικόνα αυξάνεται στατιστικά σύμφωνα με την αύξηση του εισοδήματος – με το εισόδημα να γίνεται ο σημαντικότερος παράγοντας περιβαλλοντικής απήχησης (βλ. Moser and Kleinhückelkotten, 2017).
Άτομα με υψηλά εισοδήματα τείνουν να καταναλώνουν περισσότερους πόρους από αυτά με χαμηλότερα. Στην πραγματικότητα, τα άτομα με περιβαλλοντικές ανησυχίες φαίνεται να λειτουργούν πιο οικολογικά, αλλά μέσα από δράσεις με σχετικά μικρά οφέλη.
Στατιστικά, η περιβαλλοντική ευαισθησία έχει μικρό αντίκτυπο όταν έρχεται αντιμέτωπη με την αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών που πραγματικά θα έκαναν τη διαφορά, όπως για παράδειγμα στον τομέα της κατοικίας και των μεταφορών. Αυτό σημαίνει ότι ο εξορθολογισμός της ατομικής συμπεριφοράς μόνο σε ένα μικρό ποσοστό μπορεί να συμβάλει σε έναν εκτεταμένο μετασχηματισμό.
Ούτε μπορούμε να αρκεστούμε στην πολιτική και οικονομική ελίτ να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η αλλαγή των κοινωνικών κανόνων, των αξιών, των προτύπων, των θεσμών και των υποδομών.
Μια τέτοια μεταβολή είναι δυνατή μόνο μέσα από μια σπειροειδή κίνηση πολιτικοποίησης τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση, οι εναλλακτικές δράσεις στο μικρο-επίπεδο θα μπορούσαν επίσης να παίξουν καθοριστικό ρόλο, εφόσον συμπεριλάβουν τη συλλογική ορμή πολιτικοποίησης των καταστροφικών συνθηκών και τη δημιουργία εναλλακτικών.
Όμως αυτές οι διαδικασίες πολιτικοποίησης απαιτούν πάντα την ανάπτυξη νέων θεσμών και υποδομών που αυξάνουν το εύρος των αντι-ηγεμονικών πρακτικών και προφυλάσσουν από πισωγυρίσματα.
Ο αυτοκρατορικός τρόπος ζωής
Η έννοια του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής αυξάνει τον προβληματισμό για τη σχέση ανάμεσα στο ατομικό και συλλογικό επίπεδο (βλ. Brand and Wissen, 2018). Η έννοια συνδέεται με τη θεωρία της ηγεμονίας του Antonio Gramsci.
Οι θεωρίες ηγεμονίας θεωρούν ότι οι κοινωνίες εξελίσσονται μέσα από αγώνες για ηγεμονία όπου συγκεκριμένες μορφές λόγου (discourses) (κοσμοαντιλήψεις, κοινωνικές πρακτικές και οι αντίστοιχοι κοινωνικοί ρόλοι) γίνονται κυρίαρχες. Μέσα από διαδικασίες κανονικοποίησης, ο ηγεμονικός λόγος μετατρέπεται σε κοινωνική συναίνεση και παύει να αμφισβητείται. Οτιδήποτε άλλο περιθωριοποιείται και ξεχνιέται.
Αλλά όταν επανέρχεται στην επιφάνεια η ενδεχομενική προέλευση της κοινωνικής τάξης, οι εναλλακτικές αποκτούν σημασία και οι κατεστημένοι λόγοι γίνονται αντικείμενα πολιτικής αμφισβήτησης και σύγκρουσης.
Ο αυτοκρατορικός τρόπος ζωής αφορά τον λεγόμενο δυτικό τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα κατανάλωσης. Ο όρος συμπεριλαμβάνει στοιχεία παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης.
Η διατήρηση του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής συνδέεται με την αποκλειστική (ασύμμετρη) εκμετάλλευση πόρων, περιοχών και εργατικής δύναμης από τη δύση, ενώ καταβαραθρώνεται αλλού, κυρίως στον παγκόσμιο νότο. (Ο όρος «βαράθρωση» αναφέρεται σε ένα οικοσύστημα που είναι ικανό να απορροφάει εκπομπές. Οι σημαντικότερες καταβόθρες άνθρακα [carbon sinks] είναι τα δάση και οι ωκεανοί).
Αυτές οι καταστροφικές προϋποθέσεις του τρόπου ζωής, καθώς και οι καταστροφικές τους συνέπειες, σε μεγάλο βαθμό παραμένουν καλά κρυμμένες. Αυτή η απόκρυψη είναι που κανονικοποιεί τον αυτοκρατορικό τρόπο ζωής ως καθημερινή συνήθεια.
Έχει γενική αποδοχή καθώς υπόσχεται υλικό πλούτο μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης και της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει ότι οι αξίες της κοινής γνώμης και οι καθημερινές πρακτικές πολλών ανθρώπων ταυτίζονται με τις πολιτικές ανάπτυξης που προωθούν οι κυβερνήσεις και οι οικονομικές πολιτικές.
Επομένως, ο αυτοκρατορικός τρόπος ζωής γεννά ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής συνοχής που μονιμοποιεί τις κυρίαρχες απαντήσεις στην κοινωνικο-οικολογική κρίση (κατά την οποία οι υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας και οι ηγεμονικές δομές παραμένουν ανέπαφες).
Αναλύοντας τους αγώνες για ηγεμονία μέσω της ερμηνείας των ενθυμημάτων
Ο όρος «τρόπος ζωής» περιλαμβάνει τόσο το μακρο-επίπεδο των θεσμών και των υποδομών όσο και το μικρο-επίπεδο της κοινής λογικής, των προσωπικών στάσεων και των καθημερινών πράξεων. Όταν αναλύει κανείς αυτά τα διαφορετικά συστατικά και τις συσχετίσεις τους, πρέπει να βρει τα κατάλληλα αντικείμενα έρευνας.
Μόλις συγκεντρωθούν τα εμπειρικά δεδομένα, η ερμηνεία των ενθυμημάτων μπορεί να χρησιμεύσει σαν μέθοδος διερεύνησης των προοπτικών ή των περιορισμών στην μετασχηματιστική διαδικασία.
Το ενθύμημα είναι ένας όρος της κλασικής ρητορικής. Είναι το όνομα ενός ατελούς ή «απερίσκεπτου» συλλογισμού. Συλλογισμοί είναι οι λογικές ακολουθίες που αποδεικνύουν τα δεδομένα και μπορούν να εκφραστούν σύμφωνα με την ακόλουθη φόρμουλα:
Μείζων πρόταση: Α = Β (όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
Ελάσσων πρόταση: C = A (όλοι οι Έλληνες είναι άνθρωποι).
Συμπέρασμα: C = B (όλοι οι Έλληνες είναι θνητοί).
Τα ενθυμήματα επίσης ακολουθούν τα τρία αυτά βήματα. Όμως, αντίθετα με τους συλλογισμούς, ένα ενθύμημα δεν έχει πάντα μια λογική κατάληξη, αλλά το συμπέρασμα μπορεί να στηρίζεται στην ευλογοφάνεια ή την πιθανολογία.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν είναι πάντα και τα τρία στοιχεία ρητά. Πολύ συχνά η μείζων πρόταση είναι σιωπηρή, αλλά και η ελάσσων πρόταση ή το συμπέρασμα είναι σιωπηρά. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους:
1) τα σιωπηρά στοιχεία θεωρούνται ως αυταπόδεικτες αλήθειες,
2) θεωρούνται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενα ή
3) αναφέρονται σε υβριδικές, κατακερματισμένες ή αντιφατικές πεποιθήσεις ή πράξεις.
Στην πρώτη περίπτωση, μια ρητή αναφορά θεωρείται περιττή, αφού το αντίστοιχο επιχείρημα καταγράφεται ως αδιαμφισβήτητη κοινή γνώση. Είναι επίσης πιθανό να έχει εσωτερικευθεί το περιεχόμενό του σε τέτοιο βαθμό που δεν γίνεται συνειδητός.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο/η ομιλητής/ήτρια προσπαθεί να αποφύγει την αντίφαση. Επομένως, προσπαθεί να μην τραβήξει την προσοχή στο αντιφατικό στοιχείο, διατηρώντας το σιωπηρό.
Στην τρίτη περίπτωση, ο/η ομιλητής/ήτρια προσπαθεί να διαχειριστεί την πρόκληση ότι η πρότασή του/της εμπεριέχει υβριδικά, κατακερματισμένα ή αντικρουόμενα στοιχεία.
Και οι τρεις περιπτώσεις αφορούν την αναπαραγωγή της συναίνεσης στα πλαίσια της ηγεμονικής συνθήκης. Σε αυτό αναφέρονται τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά των ενθυμημάτων: τη συμπαραγωγή νοήματος από τον/την ομιλητή/ήτρια και το ακροατήριο.
Μέσω του κοινού νοήματος, το ακροατήριο γεμίζει τα κενά των αυτονόητων στοιχείων και ολοκληρώνει το ενθύμημα. Έτσι προκύπτει ότι το «πετυχημένο» ενθύμημα δεν καλεί σε περαιτέρω σκέψη αλλά, αντίθετα, προκαλεί την αυτόματη αποδοχή.
Τα ενθυμήματα προκαλούν την αποδοχή από το ακροατήριο και γι’ αυτό χρησιμοποιούνται συχνά στον καθημερινό λόγο. Εξάλλου, η ηγεμονία βασίζεται πρωταρχικά στην ενίσχυση μιας συναίνεσης που ενισχύει συγκεκριμένα συμφέροντα έναντι άλλων.
Ένα παράδειγμα της διαδικασίας ερμηνείας
Θα αναφέρω τώρα ένα μικρό παράδειγμα για το πώς μοιάζει η προτεινόμενη διαδικασία ερμηνείας. Το ακόλουθο παράθεμα προέρχεται από την προσωπική αφήγηση μιας φοιτήτριας που ζει στο Αμβούργο:
«Δουλεύω σε μπαρ και γι’ αυτό έχω τέτοιους ρυθμούς, επειδή ξεκινάω τη δουλειά την ώρα που οι άλλοι τρώνε βραδινό. […] Επομένως, τρώω συνήθως τα μεσάνυχτα που μόνο τα Burger King είναι ανοιχτά. Το απεχθάνομαι, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να μαγειρέψει από πριν, αλλά δεν μου μένει χρόνος. Απλώς, είναι αδύνατον. Εκτός από τις σπουδές μου, δουλεύω αρκετά και δεν έχω χρόνο για τίποτα άλλο.» (συνέντευξη στους Krüger and Strüver, 2018).
Το κείμενο έχει αρκετά ρητά στοιχεία που σχετίζονται με το ερευνητικό μου ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, η επιβεβαίωση της αιτιακής αλυσίδας ανάμεσα στην εργασία και το καθημερινό πρόγραμμα έχει μια ενδιαφέρουσα πτυχή που χρησιμοποιείται στην ακολουθία: «Δουλεύω σε μπαρ και γι’ αυτό έχω τέτοιους ρυθμούς […]. Επομένως, τρώω συνήθως τα μεσάνυχτα […] Δουλεύω αρκετά, γι’ αυτό δεν μου μένει χρόνος.» Αυτό μπορεί να διατυπωθεί ως εξής:
Η δουλειά μου καθορίζει το καθημερινό μου πρόγραμμα.
Οι καθημερινές της συνήθειες συγκεκριμενοποιούνται περαιτέρω όταν η ομιλήτρια δηλώνει «έτσι έχουν τα πράγματα» και η προτεινόμενη εναλλακτική (το μαγείρεμα από πριν) «απλώς είναι αδύνατον.» Η παρουσίαση της ομιλήτριας (ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές) μπορεί να συνοψιστεί με τον εξής τρόπο:
Δεν μπορώ εγώ να καθορίσω το καθημερινό μου πρόγραμμα.
Σε αυτό το σημείο της ερμηνευτικής διαδικασίας υπέθεσα ότι τα δύο στοιχεία είναι μέρη ενός ενθυμήματος και αναζήτησα ένα πιθανό τρίτο στοιχείο. Στη συνέχεια αντιλήφθηκα ότι κάτι έλειπε, δηλαδή η μείζων πρόταση που συνδέει τα δύο στοιχεία:
ΟΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΘΟΡΙΣΩ ΜΟΝΗ ΜΟΥ.
Επομένως, εντοπίζω ένα ενθύμημα με μια σιωπηρή μείζονα πρόταση (προκειμένου να δείξω ότι το κείμενο περιλαμβάνει μόνο σιωπηρά μια μείζονα πρόταση, τη γράφω με κεφαλαία), μια ρητή ελάσσονα πρόταση, και ένα ρητό συμπέρασμα:
Ενθύμημα 1
- Μείζων πρόταση: ΟΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΜΟΝΗ ΜΟΥ.
- Ελάσσων πρόταση: Η δουλειά μου καθορίζει το καθημερινό μου πρόγραμμα.
- Συμπέρασμα: Δεν μπορώ εγώ να καθορίσω το καθημερινό μου πρόγραμμα.
Η μείζων πρόταση δεν υπάρχει ρητά στο παράθεμα. Παραμένει άρρητη. Σύμφωνα με την ερμηνεία μου, αποτελεί μια αυταπόδεικτη αλήθεια για την ομιλήτρια που δεν αξίζει να αναφερθεί. Περιγράφει τις διατροφικές της συνήθειες, όχι ως αποτέλεσμα των δικών της επιλογών, αλλά ως συνέπεια εξωτερικών περιορισμών.
Είναι εμφανές όταν δηλώνει «Δουλεύω σε μπαρ και γι’ αυτό έχω τέτοιους ρυθμού, επειδή ξεκινάω τη δουλειά την ώρα που οι άλλοι τρώνε βραδινό […] Επομένως, συνήθως τρώω τα μεσάνυχτα, όταν μόνο τα Burger King είναι ανοιχτά.»
Μπορεί κανείς να σχηματίσει ένα τρίτο ρητό στοιχεία, που είναι:
Το πρόγραμμα που καθορίζεται από τη δουλειά μου με κάνει να τρώω μόνο από τα Burger King.
Έχει μια ισχυρή αντίδραση σε αυτή τη συνήθεια («το απεχθάνομαι»), που μπορεί να αναδιατυπωθεί σε μια τέταρτη ρητή πρόταση:
Απεχθάνομαι να τρώω μόνο στα Burger King.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι δεν συνδέει ρητά την απέχθειά της με την αιτία της δυσάρεστης διατροφικής της συνήθειας. Αυτό γίνεται εμφανές όταν αναφέρεται στη σχέση της τρίτης με την τέταρτη ρητή πρόταση.
Μετά την αναζήτηση πιθανών συμπληρωματικών στοιχείων στο κείμενο που ενδεχομένως είχα παραβλέψει, εντόπισα ένα σιωπηρό συμπέρασμα που η ομιλήτρια δεν αρθρώνει:
ΜΙΣΩ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΟΥ.
Η ερμηνεία μου αυτού του σιωπηρού συμπεράσματος είναι ότι η ομιλήτρια πρέπει να διαχειριστεί την πρόκληση ότι η δράση της βασίζεται στην κοινή λογική και τις στάσεις που εμπεριέχουν υβριδικά, κατακερματισμένα και αντικρουόμενα στοιχεία μια πρόκληση που δεν μπορεί εύκολα να επιλυθεί στην καθημερινότητά της.
Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει την ανάλυση των ενθυμημάτων, ειδικά των σιωπηρών τους στοιχείων. Αφού όμως στο άρθρο αυτό εστιάζω στη μεθοδολογία και όχι στην εμπειρική διάσταση, θα σταματήσω εδώ και θα συνεχίσω με κάποια γενικά συμπεράσματα.
Συμπέρασμα
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η ερμηνεία των ενθυμημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ανάλυση της ηγεμονίας. Ο εντοπισμός των ενθυμημάτων στα εμπειρικά δεδομένα μπορεί να βοηθήσει στην ανίχνευση σιωπηρών υποθέσεων και κανονικοτήτων που διαμορφώνουν την ηγεμονική κοινωνική συναίνεση. Τέτοιες οπτικές αναδεικνύουν πτυχές της θελκτικότητας και της σταθερότητας του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής.
Επιπλέον, ο εντοπισμός των σιωπηρών στοιχείων μπορεί να αποκαλύψει διαδικασίες αποξένωσης και δυσαρέσκειας που δεν εκφράζονται ανοιχτά. Αυτές οι πληροφορίες προσφέρουν στοιχεία σχετικά με διαδικασίες διάβρωσης που θα μπορούσαν να προσανατολίσουν τις στρατηγικές πολιτικοποίησης.
Επιπλέον, ίσως αποδειχθεί γόνιμη η σύγκριση αυτών των περιπτώσεων με συνθήκες που παρόμοιες εμπειρίες αποξένωσης και δυσαρέσκειας όχι μόνο δεν οδηγούν στην παθητική απόσυρση και αποδοχή του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής, αλλά οδηγούν σε ενεργητικές αντι-ηγεμονικές πρακτικές.
Όταν αναλύουμε ενθυμήματα, είναι σημαντικό να μην ερμηνεύουμε απλώς το καθένα μεμονωμένα, αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις. Φαινόμενα αμοιβαίας ενίσχυσης, ασυγχρονίας και αντιθέσεων, τόσο εντός όσο και ανάμεσα στα αναλυτικά συστατικά του όρου «τρόπος ζωής», μπορούν να δείξουν κατά πόσο συγκεκριμένες ηγεμονικές συναινέσεις είναι σχετικά σταθερές ή κατακερματισμένες. Επίσης, μπορούν να προσφέρουν το υπόβαθρο για τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Για παράδειγμα, η ερμηνεία των ενθυμημάτων μας βοηθάει:
1) να συνάγουμε στρατηγικές με προοπτικές επιτυχίας (καθώς εστιάζουν σε κατακερματισμένες, ασταθείς καταστάσεις, πρόσφορες για την πολιτικοποίηση του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής και τη διάδοση αντι-ηγεμονικών πρακτικών,
2) να προκύψουν στρατηγικές που θα μπορούσαν να είναι πολύ πετυχημένες (καθώς αμφισβητούν τους βασικούς πυλώνες του αυτοκρατορικού τρόπου ζωής που είναι σταθεροί και αμοιβαίως ενισχυόμενοι).
Τελικά, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι η ανάλυση των ενθυμημάτων μπορεί να συμβάλλει στον εντοπισμό των στρατηγικών σημείων εισόδου μιας μετασχηματιστικής πολιτικής. Είναι κάτι σημαντικό, αφού ο ευρύς μετασχηματισμός των κυρίαρχων δομών δεν προκύπτει από αυτόματες διαδικασίες που θα συμβούν ούτως ή άλλως.
Είναι σαφές ότι απαιτούνται στρατηγικές δράσεις που ακυρώνουν προνόμια και συγκρούονται με ισχυρές σχέσεις εξουσίας. «Ένας βιώσιμος δρόμος αλλαγής πιθανόν να συμπεριλαμβάνει πολιτικές δράσης και στρατηγικές που απαντάνε στις ευκαιρίες που ανοίγονται από την αλλαγή των (οικολογικών) οικονομικών συνθηκών. Υπάρχει εδώ η ανάγκη μιας «επιστήμης»: όχι ως ένα σύνολο ιστορικών νόμων, αλλά ως ένα συστηματικό και συνεκτικό πλαίσιο για την ανάλυση της αλλαγής (Kallis, 2018, p. 143).
Αυτό το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στα αγγλικά στις 05-03-2020 εδώ.