Το φαινόμενο των coworking spaces αποτελεί σχετικά νέα προσθήκη στο λεξιλόγιό μας: συνεργατικοί χώροι εργασίας, ευέλικτοι χώροι εργασίας, εργασιακές κολεκτίβες, κόμβοι, εκκολαπτήρια. Ο κάθε όρος υποδηλώνει κάτι διαφορετικό, παίρνοντας ωστόσο ως δεδομένο την επισφάλεια και την ευαλωτότητα των σύγχρονων μορφών εργασίας και έχοντας πάντα ως αφετηρία την κοινότητα, το μοίρασμα και την κοινωνικοποίηση του ρίσκου μεταξύ των χρηστών του χώρου.
Από τη βάση στην εμπορευματοποίηση: μια σύντομη ιστορία του coworking φαινομένου
Η ανάγκη για coworking spaces[i] και άλλα ευέλικτα μορφώματα προέκυψε λόγω της σταδιακής επικράτησης της freelance εργασίας[ii], που πολλές φορές εκτελείται εξ αποστάσεως και διαμεσολαβείται από πλατφόρμες. Το αίτημα για εργασιακή στέγη ήρθε «από τα κάτω»[iii], εφόσον μια ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα κατά κύριο λόγο νέων επαγγελματιών, που δραστηριοποιούνται στο ευρύτερο πεδίο της δημιουργικής οικονομίας, επωμίζεται το βάρος της διατήρησης εργασιακού χώρου και της συντήρησης του εξοπλισμού του. Η ίδια η φύση της σύγχρονης εργασίας στη δημιουργική οικονομία –άτυπα ωράρια, εργασία οργανωμένη γύρω από έργα (projects) και πλέον ακόμα πιο κατακερματισμένη γύρω από tasks, ακανόνιστες πληρωμές, ελάχιστη (ή και ανύπαρκτη) κοινωνική στήριξη, κλειστά εργασιακά δίκτυα– συνθέτει ένα τοπίο επισφάλειας που παίρνει διαφορετικά πρόσωπα ανά επαγγελματική κατηγορία και εργασιακό υποκείμενο.
Κοινός παρονομαστής είναι η ευμεταβλητότητα της απασχόλησης και του εργασιακού καθεστώτος των χρηστών, των μελών του coworking space, σε μια εποχή πολυ-κρίσεων. Αυτό στην πράξη σημαίνει πως ένα business model που στηρίζεται στην αξία ενοικίασης του χώρου είναι και αυτό ευμετάβλητο και επισφαλές. Με την εξάπλωση των μικρών συνεργατικών χώρων εργασίας στις μεγάλες μητροπόλεις, μεγάλοι παίκτες από τον χώρο του real estate είδαν στο coworking μια επενδυτική ευκαιρία – μια ευκαιρία για γρήγορο και εύκολο κέρδος. Πλάι στους μικρούς συνεργατικούς χώρους εμφανίστηκαν παίκτες-κολοσσοί όπως η WeWork, η Regus, που πλέον διαφήμιζαν εταιρικούς χώρους γραφείων και εκδηλώσεων, προσφέροντας πλέον τον χώρο ως βασική υπηρεσία (space as a service)[iv]. Οι μεγάλες προσδοκίες διαψεύστηκαν, με τη WeWork[v] να μπαίνει σε διαδικασία πτώχευσης και τον όμιλο IWG/ Regus να κάνει ριζικές αναδιαρθρώσεις. Σπάνια συμφωνώ με όσους αυτοαποκαλούνται καινοτόμοι και ευαγγελίζονται τη νέα οικονομία, ωστόσο ο John Arenas, CEO της Serendipity Labs, δήλωσε: «Δεν ήταν η πανδημία που “έσπασε” τη WeWork, ήταν το επιχειρηματικό της μοντέλο»[vi].
Η εμπορευματοποίηση του coworking και η τοποθέτησή του στο ευρύτερο πεδίο της οικονομίας της φιλοξενίας[vii] και του τουρισμού[viii] οδήγησε μοιραία στην ιδεολογική απογύμνωσή του. Πρωταρχικά, το coworking πρόσφερε έναν κοινωνικό χώρο μοιράσματος και ανταλλαγής υπό προϋποθέσεις, ως απάντηση σε ένα αίτημα για εργασιακή στέγη που γεννήθηκε «από τα κάτω». Με την υιοθέτηση της πρακτικής του coworking από τις μεγάλες επιχειρήσεις και την ενσωμάτωσή της στην ευρύτερη καπιταλιστική οικονομία, η συνδρομή σε ένα coworking space έφτασε να μη διαφέρει ιδιαίτερα από αυτή του γυμναστηρίου. Το ότι πληρώνεις συνδρομή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πηγαίνεις – και πόσο περισσότερο ότι δημιουργείς κοινωνικούς δεσμούς και επαγγελματικές σχέσεις.
Αποεδαφικοποίηση της εργασίας, η υπόσχεση της επαρχίας και οι επιστρέφοντες ως κρίσιμη μάζα
Η αποεδαφικοποίηση της εργασίας αλλά και η εξάπλωσή της σε παραδοσιακούς κλάδους της οικονομίας πέραν της δημιουργικής, που συντελέστηκε εν μέσω πανδημίας, λειτούργησε απελευθερωτικά για μια μερίδα εργαζομένων, που δεν επέστρεψαν ποτέ στο παραδοσιακό γραφείο. Εκείνη την περίοδο –κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά και μετέπειτα– τα ίδια τα coworking spaces λειτούργησαν ως πύλες εισόδου[ix] για ένα εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Οι μεταναστευτικές ροές από τις χώρες του Βορρά –οι εξ αποστάσεως εργαζόμενοι, οι ψηφιακοί νομάδες– άρχισαν να αναζητούν μια εναλλακτική πρόταση ζωής εκτός των συνόρων των χωρών της αναπτυγμένης Δύσης, που τους δίνει μεγαλύτερη πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες[x].
Τα ίδια τα coworking spaces ήρθαν να απαντήσουν στη ζήτηση για εφήμερο εργασιακό χώρο – δημιουργώντας ωστόσο αξία και συμβάλλοντας σε διαδικασίες αστικού εξευγενισμού και χρηματιστικοποίησης του χώρου[xi]. Πλάι στην οικονομία της βραχυχρόνιας μίσθωσης μέσω πλατφόρμας[xii], το coworking ήρθε να συμπληρώσει τον χάρτη των προσφερόμενων υπηρεσιών. Η εμφάνιση μάλιστα των coworking και coliving spaces[xiii] σε περιφερειακές περιοχές[xiv] έβαλε σταδιακά στον χάρτη των εξ αποστάσεως εργαζομένων και ψηφιακών νομάδων μικρότερες επαρχιακές πόλεις όπως ο Βόλος, η Καλαμάτα και τα Χανιά.
Στην παρούσα συνθήκη της εντεινόμενης ανασφάλειας αλλά και της ακρίβειας, η ζωή στην επαρχία υπόσχεται μια ποιοτική, καλή ζωή, όπου η καθημερινότητα θα ξεφεύγει από το διαρκές κυνήγι των απαραίτητων. Νέοι και νέες επαγγελματίες βιώνουν τον ρυθμό της καταναλωτικής ζωής στην πόλη ως εξουθενωτικό ενώ βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται διαρκώς. Η εισροή νέων επισκεπτών, νέων (εφήμερων) κατοίκων, αλλά και όσων επιστρέφουν εκεί που μεγάλωσαν –στις περιφερειακές πόλεις– δίνει την υπόσχεση της ανανέωσης, της τόνωσης της οικονομίας, της κοινωνικότητας, αλλά και της δημιουργίας. Αυτό που παρατηρούμε μέσω της μελέτης[xv] συνεργατικών χώρων εργασίας σε περιφερειακές περιοχές είναι πως οι χώροι που αφήνουν το μεγαλύτερο αποτύπωμα ξεκινούν συνήθως από εκείνους και εκείνες που επιστρέφουν. Αυτή η κρίσιμη μάζα –το ανθρώπινο κεφάλαιο– δημιουργεί συνθήκες ώσμωσης των τοπικών κοινωνιών και με τους νεοεισερχόμενους. Δημιουργεί την κρίσιμη υποδομή για τη συνάντηση, την κοινωνικότητα και το μοίρασμα. Το όνειρο εκείνων που επιστρέφουν συνήθως δεν εξαντλείται στο άνοιγμα μιας επιχείρησης της flat white οικονομίας[xvi]. Η ίδρυση ενός συνεργατικού χώρου εργασίας προκύπτει από την ίδια τους την ανάγκη για επανασύνδεση με τις τοπικές κοινότητες και αναζωογόνηση του ίδιου του τόπου επιστροφής.
Οι εργασιακοί αυτοί τόποι της περιφέρειας συνήθως δεν είναι προσανατολισμένοι σε εκείνους που τους επισκέπτονται προσωρινά. Η εποχικότητα, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η εξάπλωση της gig οικονομίας αποτελούν επιταχυντές εκτοπισμού και εχθρούς των τοπικών κοινωνιών. Τα coworking spaces, αντίθετα, έρχονται πρωταρχικά να συνομιλήσουν και να αξιοποιήσουν τον πλούτο των τοπικών κοινοτήτων. Σε αυτή τη διαδικασία, το ερευνητικό λεξιλόγιο –συνήθως αστικής έμπνευσης και κατασκευής– δεν μας βοηθά πάντα να κατανοήσουμε τις πρακτικές αυτών των χώρων και τις βασικές αρχές βιωσιμότητας. Κοιτώντας ωστόσο με όσο το δυνατόν πιο ανοιχτά μάτια, μακριά από αστικούς προϊδεασμούς, βλέπουμε μια σειρά από στοχευμένες κινήσεις:
Επιμέλεια κοινότητας και «δικτυωμένη» ταυτότητα: Τα μέλη του coworking space δεν είναι απλά χρήστες του χώρου αλλά ενεργά μέλη μιας κοινότητας. Μέσω επιμελητικών πρακτικών[xvii] βρίσκονται σε μια διαρκή, γόνιμη ανταλλαγή με τον ίδιο τον χώρο και τους ανθρώπους του. Διεξάγοντας έρευνα πεδίου και συμμετοχική παρατήρηση, κατανόησα βαθιά την ύπαρξη ενός άτυπου πρωτοκόλλου συνεργασίας μεταξύ μελών. Οι χρήστες και οι χρήστριες των υποδομών του coworking space, πέρα από τη χρήση του χώρου, οφείλουν να είναι διατεθειμένοι/ες να συνεισφέρουν με γνώση και χρόνο για τα πιο απλά αλλά και για τα πιο σύνθετα. Αυτό το συλλογικό κεφάλαιο είναι ο πλούτος που δημιουργούν η συνύπαρξη και η ανταλλαγή. Η έμφαση στο εφήμερο, στην ταχύτητα και στην προσωρινότητα αποτελεί τροχοπέδη στη δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου μοιράσματος, αλληλεγγύης και δημιουργίας.
Στρατηγικές συνεργασίες με τις τοπικές αλυσίδες αξίας: Τα coworking spaces για να είναι βιώσιμα οφείλουν να επιδιώκουν έμπρακτες συνδέσεις με πολιτιστικούς φορείς, δημιουργικές βιομηχανίες, πανεπιστήμια/ ερευνητικά κέντρα, εναλλακτικές αγροτουριστικές επιχειρήσεις, ερασιτεχνικές πρωτοβουλίες. Κάτω από σαφή ατζέντα, τα coworking spaces έχουν τη δυνατότητα να γίνουν τόπος συνάντησης παικτών που δεν θα συνομιλούσαν αλλιώς. Η πολυδιάστατη φύση τους αποτυπώνεται στην πολυμορφικότητα του χώρου αλλά και στα προγράμματα εκμάθησης και μετεκπαίδευσης, που φέρνουν ολοένα και περισσότερες κοινωνικές ομάδες κάτω από τη στέγη τους. Πολλές φορές παρατηρούμε την ευθυγράμμιση αυτών των χώρων με έναν κοινωνικό σκοπό – την καταπολέμηση της ανεργίας και την απόκτηση δεξιοτήτων με στόχο την κοινωνική συνοχή, την προώθηση της ποικιλομορφίας για τη δημιουργία μιας συμπεριληπτικής κοινότητας, την επαναφορά βιώσιμων τρόπων παραγωγής, την ανάδειξη της πλούσιας πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου.
Υιοθετώντας έναν εναλλακτικό, κοινό προσανατολισμό ως προς την εσωτερική διαχείριση και λειτουργία: Η εσωτερική οργάνωση του coworking space επηρεάζει τους τρόπους που αλληλεπιδρά με τις τοπικές κοινότητες και τους χρήστες του. Coworking spaces συμπεριληπτικά και ανοιχτά στην κοινωνία τείνουν να υιοθετούν οριζόντιες διαδικασίες λήψεως αποφάσεων με την εμπλοκή πολλών και διαφορετικών κοινωνικών ομάδων (διαχειριστές, ιδρυτές, χρήστες, εθελοντές και άλλες τοπικές κοινότητες μη ειδικών). Η ίδια έννοια της εργασίας διευρύνεται υπό την έννοια της προσφοράς, περιλαμβάνοντας μορφές εθελοντικής συνεισφοράς που έχουν ως βάση την κοινότητα και την αμοιβαιότητα. Εντός του χώρου, δημιουργούνται συνέργειες γύρω από οικονομία ανταλλαγής και αμοιβαιότητας. Η χρηματοδότηση των χώρων τις περισσότερες φορές γίνεται από έναν συνδυασμό μηχανισμών και εσόδων – συνδρομές μελών, δημόσια χρηματοδότηση, ιδιωτικές χορηγίες, συμβουλευτικές υπηρεσίες που προσφέρει πολλές φορές ο ίδιος χώρος σε νεοφυείς επιχειρήσεις, crowdfunding.
Αντίκτυπος και χρήσιμες μετρήσεις: Η μέτρηση δεν είναι αχρείαστη γραφειοκρατία, είναι ένας τρόπος να χτίσεις ενεργά και να αποτυπώσεις την αξία, να διοικήσεις σωστά και να λογοδοτήσεις. Σε έναν συνεργατικό χώρο της περιφέρειας, όπου συνυπάρχουν επιχειρηματικοί στόχοι και δημόσιος/κοινοτικός σκοπός, οι δείκτες αντίκτυπου δείχνουν σε ποιο βαθμό ο χώρος στηρίζει την τοπική οικονομία, αν ενδυναμώνει τις ντόπιες κοινότητες, αποφεύγοντας τις αρνητικές επιπτώσεις. Χωρίς μετρήσεις λείπει η τεκμηρίωση για συνεργασίες με δήμο/φορείς, χρηματοδότηση ή τεκμηριωμένες αποφάσεις τιμολόγησης προγραμμάτων και δράσεων. Στην πράξη μετράμε οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο μαζί: οικονομικό πεδίο – πληρότητα ανά εποχή, σταθερότητα εσόδων, έσοδα ανά τ.μ., ώρες χρήσης αιθουσών, νέες θέσεις εργασίας, ποσοστό δαπανών σε τοπικούς προμηθευτές, εκτιμώμενη κατανάλωση επισκεπτών στην πόλη, και κοινωνικό πεδίο – ικανοποίηση, ποσοστό ντόπιων vs. επισκεπτών, συμμετοχή ευάλωτων ομάδων, ώρες κατάρτισης και πιστοποιήσεις, αριθμός συνεργασιών/«έργων που γεννήθηκαν μέσα στον συνεργατικό χώρο»/θέσεων εργασίας, πλήθος/ποικιλία εκδηλώσεων, προσβασιμότητα.
Η βιωσιμότητα των coworking spaces στην ελληνική ύπαιθρο δεν είναι αυτονόητη, είναι αποτέλεσμα συντονισμού χώρου–τόπου–κοινότητας. Όταν ο χώρος παύει να είναι απλώς γραφεία με έμπιστο Wi-Fi και γίνεται σταυροδρόμι συνάντησης κοινοτήτων που αναπτύσσει ρίζες στον τόπο, επιμελείται ενεργά την κοινότητά του, συνεργάζεται με τοπικούς φορείς και αλυσίδες αξίας, λειτουργεί με οριζόντιο τρόπο και πολυμορφικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα μετρά και δημοσιοποιεί τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο, τότε μπορεί να αντέξει την εποχικότητα, να αποφεύγει τις αρνητικές επιπτώσεις και να επιστρέφει αξία πρωταρχικά στους ανθρώπους του και στον τόπο. Με άλλα λόγια, βιώσιμο γίνεται το coworking που μετατρέπεται από υπηρεσία χώρου σε ανοιχτό κύτταρο ανάπτυξης, μάθησης και συνεργασίας.
[i] Coworking Manifesto (global—For the world). (2016). Wiki.Coworking. http://wiki.coworking.com/w/page/35382594/Coworking%20Manifesto%20(global%20-%20for%20the%20world).
Gandini, A. (2015). The rise of coworking spaces: A literature review. Ephemera, 15(1), 193–205.
Merkel, J. (2019). Curating Strangers. Στο R. Gill, A. C. Pratt, & T. Virani (επιμ.), Creative Hubs in Question (σσ. 51–68). Palgrave Macmillan.
[ii] Merkel, J. (2019). ‘Freelance isn’t free.’ Co-working as a critical urban practice to cope with informality in creative labour markets. Urban Studies, 56(3), 526–547.
[iii] Avdikos, V., & Iliopoulou, E. (2019). Community-led coworking spaces: From colocation to collaboration and collectivization. Στο R. Gill, T. Virani, & A. C. Pratt (επιμ.), Creative Hubs in Question: Place, Space and Work in the Creative Economy. Palgrave Macmillan.
[iv] Το αρκτικόλεξο “Space as a Service” που υιοθετήθηκε από τους μεγάλους παίκτες του coworking μοιράζεται την τεχνολογική ευφορία των startups και της Silicon Valley. Παραπέμπει ευθέως στο SaaS – “software as a service”, καταδεικνύοντας σε ποιες επιχειρήσεις και ποιους χρήστες απευθύνονται οι χώροι αυτοί πρωταρχικά.
[v] Η κατάρρευση της WeWork έγινε μέχρι και σειρά στο Apple TV+ με τίτλο WeCrashed.
[vi] https://www.bbc.com/worklife/article/20231115-after-weworks-bankruptcy-what-is-the-future-of-coworking.
[vii] Merkel, J. (2021). Coworking Spaces as destinations and new stakeholders in hospitality ecosystems. Στο H. Penchlaner, N. Olbrich, J. Philipp, & H. Thees (επιμ.), Location:City:Destination—Towards a Hospitality Ecosystem.
[viii] Thees, H., Zacher, D., & Eckert, C. (2020). Work, life and leisure in an urban ecosystem—Co-creating Munich as an Entrepreneurial Destination. Journal of Hospitality and Tourism Management, 44, 171–183.
[ix] Avdikos, V., Papageorgiou, A., Kalogeresis, A., Merkel, J., & Pettas, D. (2022). Policy Brief 1: Coworking trends in Athens and the impact on the city. 10.13140/RG.2.2.20401.66403
[x] Mancinelli, F. (2020). Digital nomads: Freedom, responsibility and the neoliberal order. Information Technology & Tourism, 22(3), 417–437. https://doi.org/10.1007/s40558-020-00174-2.
McElroy, E. (2019). Digital nomads in siliconising Cluj: Material and allegorical double dispossession. Urban Studies, 1–17. https://doi.org/10.1177/0042098019847448
[xi] Avdikos, V., Papageorgiou, A., & Pettas, D. (2025). Exploring the effects of coworking in two European cities: Financialisation flows and consumption patterns in Athens and Berlin. European Urban and Regional Studies, 32(1), 35–52. https://doi.org/10.1177/09697764241255870
[xii] Pettas, D., Avdikos, V., & Papageorgiou, A. (2024). Platform—Driven housing commodification, financialisation and gentrification in Athens. Journal of Housing and the Built Environment, 39(3), 1541–1562. https://doi.org/10.1007/s10901-024-10136-3
[xiii] Τα coliving spaces είναι κατοικίες με ιδιωτικά δωμάτια (ή μικρά στούντιο) και κοινούς χώρους (κουζίνα, καθιστικό, πλυντήρια, συχνά και χώρο coworking), που παρέχονται επιπλωμένα και με όλα τα έξοδα μέσα (ρεύμα, internet, καθαριότητα). Συνήθως λειτουργούν με ευέλικτες μισθώσεις (π.χ. μήνα-μήνα) και ένα «πρόγραμμα κοινότητας» (events, κοινά γεύματα, ομάδες ενδιαφέροντος).
[xiv] Bahr, U., Biemann, J., Lietzau, J., & Hentschel, P. (2021). Rural Coworking: People, Models, Trends [Bertelsmann Stiftung]. CoWorkLand.
[xv] Στο πλαίσιο του CORAL – ITN δημιουργήσαμε ένα εθνογραφικό ντοκιμαντέρ με θέμα τους συνεργατικούς χώρους στις επαρχιακές πόλεις της Ευρώπης. Μπορείτε να το δείτε εδώ.
[xvi] Ο όρος «flat white economy» αναφέρεται στο οικοσύστημα της ψηφιακής και δημιουργικής οικονομίας (tech, online retail, digital marketing, media/design κ.ά.) που αναδύθηκε στις μεγάλες μητροπόλεις. Το όνομα προέρχεται από τον καφέ flat white, σήμα κατατεθέν της hipster/startup κουλτούρας των coworking cafés στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τον όρο εισήγαγε ο οικονομολόγος Douglas McWilliams στο βιβλίο The Flat White Economy (2015).
[xvii] Brown, J. (2017). Curating the ‘Third Place’? Coworking and the mediation of creativity. Geoforum, 82, 112–126.
Merkel, J., ό.π. σημ. i.
Papageorgiou, A., & Michailidou, M. (2023). You Know That You’ve Succeeded in Your Role When Your Work Renders You Invisible: The Invisible Work of Community Management. Στο J. Merkel, D. Pettas, & V. Avdikos (επιμ.), Coworking Spaces: Alternative Topologies and Transformative Potentials (σσ. 11–124).