Ο τουρισμός είναι ο τρίτος πιο ισχυρός οικονομικός κλάδος του πλανήτη. Πολλές περιοχές του πλανήτη έχουν σήμερα διπλάσιο αριθμό τουριστών από ό,τι το 2000 και η ανοδική αυτή τάση αναμένεται να συνεχιστεί, αν δεν υπάρξουν γενικευμένοι πόλεμοι και πανδημίες. Και απ’ αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο, η συντριπτική πλειονότητα επιλέγει να επισκεφθεί ιστορικά μέρη και αξιοθέατα, αναζητώντας την αυθεντικότητα του παρελθόντος.
Μόνο που κάτι τέτοιο δεν υπάρχει, όπως επισημαίνει ο Βάλεντιν Γκρέμπνερ (Valentin Groebner), συγγραφέας του βιβλίου «Retroland», το οποίο παρουσιάστηκε στις 8 Μαΐου 2026, στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, σε μια εκδήλωση του Goethe-Institut Thessaloniki και του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ. Στην εκδήλωση αυτή, ο δημοσιογράφος Τάσος Τέλλογλου και ο συγγραφέας, καθηγητής Ιστορίας του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης του Πανεπιστημίου της Λουκέρνης ο οποίος ασχολείται κατά κύριο λόγο με την αναπαράσταση του παρελθόντος, φώτισαν το πολυσύνθετο φαινόμενο του τουρισμού από μια διαφορετική οπτική.
Όπως περιγράφει ο Γκρέμπνερ στο βιβλίο του, η εμμονή με το παρελθόν βασίζεται στην ανάγκη των ανθρώπων να βρουν έναν ασφαλή τόπο επιθυμίας σε έναν κόσμο που αλλάζει. Κι αν αυτός ο τόπος δεν υπάρχει, μπορεί να κατασκευαστεί. Ο σύγχρονος τουρισμός, λοιπόν, δεν αφορά τόσο την ανακάλυψη ενός τόπου, όσο την επίσκεψη σε μια Retroland, μια χώρα της νοσταλγίας, όπου το παρελθόν ανακατασκευάζεται και η αυθεντικότητα σκηνοθετείται. Ο τουρισμός είναι μια βιομηχανία που μετατρέπει τοπία, μνημεία και αφηγήσεις σε εμπειρίες προς κατανάλωση. Ο τουρίστας τελικά δεν αναζητά το πραγματικό παρελθόν, αλλά μια εικόνα που ήδη γνωρίζει από καρτ ποστάλ, ταξιδιωτικούς οδηγούς, ταινίες ή το Instagram, και η οποία πρέπει να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες του.
Το παρελθόν λοιπόν δεν ανακαλύπτεται, αλλά παράγεται. Ο Γκρέμπνερ περιγράφει πώς τα ιστορικά κέντρα των πόλεων εξευγενίζονται, πώς τα ιστορικά κτίρια επιστρέφονται σε μια υποτιθέμενη «σωστή» εποχή και πώς αφαιρούνται μεταγενέστερες προσθήκες για να προβάλλεται το παλιό. Από την Ακρόπολη διατηρήθηκε και αποκαταστάθηκε μόνο το αρχαίο τμήμα της, ενώ εξαφανίστηκε το μεσαιωνικό, χριστιανικό ή οθωμανικό παρελθόν της. Η Βαρσοβία ανοικοδομήθηκε μετά τον πόλεμο αναπαράγοντας τη μεσαιωνική πόλη, αλλά αυτό έγινε επιλεκτικά, καθώς αφαιρέθηκαν τα κτίρια που θεωρήθηκαν άσχημα. Αυτό που βλέπουμε, επομένως, δεν είναι το παρελθόν, αλλά μια σύγχρονη αναπαράστασή του, ένα σκηνικό, μια οπτική εκδοχή της ιστορίας.
Αυτό βέβαια δεν γίνεται μόνο για τουριστικούς λόγους, αλλά εξυπηρετεί και τα επιμέρους εθνικά αφηγήματα. Το παρελθόν σε καμία περίπτωση δεν είναι ουδέτερο. Η επιλογή του τι διατηρείται και τι παρουσιάζεται είναι πολιτική πράξη. Ο Γκρέμπνερ δείχνει πώς οι πόλεις επιλέγουν «ασφαλή» παρελθόντα, πώς αποσιωπώνται δύσκολες ιστορίες, πώς η ιστορία τείνει να αποκτήσει μια κλειστή ερμηνεία ώστε να γίνει εργαλείο ταυτότητας και branding. Ένα ανοιχτό παρελθόν δεν μπορεί να γίνει τουριστική ατραξιόν, γιατί ο τουρισμός βασίζεται στην επανάληψη των εικόνων που βλέπουμε. Όπως αστειεύτηκε, ένας ιστορικός δεν θα ήταν καλός δήμαρχος που θα προωθούσε τον τουρισμό στην πόλη του, γιατί οι ιστορικοί ψάχνουν το ανοιχτό παρελθόν και την επανερμηνεία, κάτι που μπορεί να έχει εκπλήξεις – και οι τουρίστες αντιθέτως θέλουν κάτι γνώριμο.
Με ταξικό πρόσημο και σκοτεινή ιστορία
Ως μελετητής του τουρισμού, ο Γκρέμπνερ στέκεται κριτικά απέναντι στο φαινόμενο και δεν αποσιωπά τις λιγότερο δημοφιλείς πτυχές του. Όπως επεσήμανε, ο τουρισμός είχε εξαρχής μια αποικιακή ματιά και ένα έντονο ταξικό πρόσημο, καθώς ήταν μια συνήθεια των ευρωπαϊκών ανώτερων τάξεων. Το άνοιγμά του, δε, σε όλες τις τάξεις προωθήθηκε ιδιαίτερα από το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας, για λόγους ιδεολογίας και διάχυσης στον πληθυσμό μιας συγκεκριμένης εικόνας της χώρας. Σήμερα βλέπουμε να παίρνει και πάλι ταξικά χαρακτηριστικά μέσα από μέτρα όπως π.χ. το χρηματικό αντίτιμο για τις πολύ τουριστικές πόλεις σαν τη Βενετία.
Όπως τόνισε με σαφήνεια, ο τουρισμός είναι καθαρός καταναλωτισμός που αποβαίνει σε βάρος των ντόπιων κατοίκων. Ο τουρισμός δίνει προοπτική ανάπτυξης και πλούτου μόνο σε όσους έχουν γη και ακίνητα – σε όλους τους άλλους όχι, και ούτε βέβαια σε όσους εργάζονται σεζόν.
Ο ίδιος αμφισβητεί και την ιδέα ότι ο τουρισμός συνδέει τους λαούς μεταξύ τους και ότι κάνει τους ανθρώπους πιο ανοιχτούς, καθώς οι τουρίστες κινούνται σε ένα προκατασκευασμένο πλαίσιο και δεν αλλάζουν ουσιαστικά. Όσο πιο έντονη είναι η τουριστική ταυτότητα ενός τόπου, τόσο πιο στερεότυπες είναι οι εικόνες του και τόσο λιγότερος χώρος απομένει για την έκπληξη. Όπως είπε χαρακτηριστικά, το πιο ενδιαφέρον στα ταξίδια είναι το κουραστικό μέρος, όταν π.χ. χάνουμε το λεωφορείο και πάμε κάπου που δεν έχουμε σχεδιάσει αναγκαζόμενοι να μιλήσουμε και να αλληλεπιδράσουμε με τους ντόπιους.
Η συζήτηση περιέλαβε πολλά παραδείγματα τουριστικών προορισμών στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Μέσα από αυτά, και από άλλα τόσα που περιγράφει στο βιβλίο του, ο συγγραφέας αποδομεί την ιδέα του «αυθεντικού τόπου», δείχνει πώς η ιστορία γίνεται προϊόν, αναδεικνύει την πολιτική διάσταση της τουριστικής βιομηχανίας και προσφέρει εργαλεία για να κατανοήσουμε την τουριστικοποίηση των πόλεων και την εμπορευματοποίηση της μνήμης.