Η συζήτηση «Νέοι δρώντες στην παραγωγή του χώρου» ανέδειξε ότι ο αστικός σχεδιασμός δεν είναι προϊόν μόνο των «ειδικών», αλλά αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης ισχύος: επενδυτικών εργαλείων, ευρωπαϊκών στρατηγικών, θεσμικών μετατοπίσεων και καθημερινών πρακτικών των κατοίκων. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ποιος καθορίζει τους όρους της συμμετοχής και της αλλαγής.
Ποιος σχεδιάζει και τελικά οικοδομεί μια πόλη; Η αυτονόητη απάντηση παραπέμπει συνήθως στους «ειδικούς»: αρχιτέκτονες, πολεοδόμους, μηχανικούς, επενδυτές, κρατικούς φορείς. Η συζήτηση «Νέοι δρώντες στην παραγωγή του χώρου» επιχείρησε να συγκεκριμενοποιήσει αυτή την απάντηση και πιθανώς να μετατοπίσει τη βεβαιότητά της.
Η Εύη Αθανασίου, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, εκκίνησε θέτοντας τη θεωρητική βάση της συζήτησης: την κατανόηση του χώρου «ως συνεχώς παραγόμενου μέσα από κοινωνικές διαδικασίες και κοινωνικές πρακτικές», που όχι μόνο οργανώνουν τον αστικό βίο, αλλά «εμπεριέχουν και αναπαράγουν εξουσίες». Ο χώρος, με άλλα λόγια, δεν είναι ένα ουδέτερο υπόβαθρο πάνω στο οποίο πατούν οι πολιτικές, αλλά προϊόν και συνάμα μηχανισμός αναπαραγωγής σχέσεων, μηχανισμών, θεσμών, συγκυριών και συγκρούσεων.
Η κοινωνία μπροστά σε τετελεσμένα
Η Όλγα Μπαλαούρα, εντεταλμένη διδάσκουσα στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, έθεσε το γενικό πλαίσιο αυτού του «νέου οικοσυστήματος» δρώντων, εστιάζοντας σε όσους «από τα πάνω» διαθέτουν πλεόνασμα ισχύος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, των μνημονίων και της λιτότητας, υποστήριξε, η χωρική πολιτική στην Ελλάδα αναδιατάχθηκε γύρω από κριτήρια επενδυσιμότητας, επιτάχυνσης διαδικασιών και προβλεψιμότητας. Οι νέοι δρώντες δεν ήταν απλώς πρωτοεμφανιζόμενοι οργανισμοί, αλλά και νέα εργαλεία, μεσολαβητές και τεχνικές αλυσίδες που αντιμετωπίζουν τη γη ως επένδυση. Έμφαση δόθηκε στον ρόλο του ΤΑΙΠΕΔ, στα ειδικά χωρικά εργαλεία για στρατηγικές επενδύσεις και στη μετατόπιση του λεξιλογίου από το «δημόσιο συμφέρον» προς όρους απόδοσης, ωρίμανσης έργων και επενδυτικής διαχειρισιμότητας. Όπως ανέφερε, η συμμετοχή περιορίζεται όχι μόνο πολιτικά, αλλά και χρονικοτεχνικά: η κοινωνία καλείται όχι να απαντήσει στο «τι πόλη θέλουμε», αλλά να κινηθεί μέσα σε ένα στενό παράθυρο διαδικασιών, εγκρίσεων και τετελεσμένων. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ σχεδίων, αλλά «κριτηρίων εγκυρότητας»: ποιος λόγος αναγνωρίζεται ως ρεαλιστικός και ποιος απορρίπτεται εξαρχής ως μη εφαρμόσιμος;
Η πόλη των ιδιωτικοποιήσεων, του real estate και του rebranding
Η Μαρία Καραγιάννη, διδάσκουσα στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ, μετέφερε αυτή τη μετατόπιση στο έδαφος της Θεσσαλονίκης, εστιάζοντας στη διεπαφή λιμανιού-πόλης μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΘ το 2018. Η ανάλυσή της φώτισε μια «θεαματική αλλά πολύ ήσυχη υφαρπαγή», όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Εξετάζοντας τη δυτική είσοδο της πόλης ως πεδίο νεοφιλελεύθερου πειραματισμού, ανέδειξε πώς η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού λειτουργεί ως καταλύτης για μια ευρύτερη αναδιάρθρωση της αστικής διακυβέρνησης. Μέσα από τέσσερα διαφορετικά σχέδια –το νέο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο, το Ειδικό Πολεοδομικό του παραλιακού μετώπου, τη στρατηγική της Deloitte και τον διαγωνισμό της Alumil– κατέδειξε ότι δεν έχουμε μπροστά μας μεμονωμένες παρεμβάσεις, αλλά μια «χορογραφία» δρώντων και εργαλείων χωρίς κεντρικό χορογράφο, η οποία όμως παράγει σαφές αποτέλεσμα: μια νέα εξουσιαστική αρχιτεκτονική για τη δυτική Θεσσαλονίκη που φιλοδοξεί να τη μετατρέψει σε business district. Το λιμάνι γίνεται μοχλός αστικού μετασχηματισμού, real estate στρατηγικής και rebranding της πόλης ως επενδυτικού προορισμού. «Ποιοι αντίλογοι μπορούν να αναδυθούν απέναντι σ’ αυτή τη χορογραφία και ποιοι άλλοι δρώντες χωρούν πραγματικά στη σκηνή;», αναρωτήθηκε κλείνοντας.
Πραγματική συμμετοχή των πολιτών ή εργαλείο επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων;
Η Ευθυμία Σταματοπούλου, υποψήφια διδακτόρισσα στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ, μετακίνησε τη συζήτηση στο πεδίο των περιβαλλοντικών πολιτικών, φέρνοντας στην επιφάνεια έναν διαφορετικό αλλά εξίσου ισχυρό τύπο δρώντα: τις ευρωπαϊκές στρατηγικές, τα χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά και τη συμμετοχή των πολιτών όπως αυτή ενθαρρύνεται «από τα πάνω». Από την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και τον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο μέχρι το Ελλάδα 2.0 και το New European Bauhaus, η κλιματική μετάβαση παρουσιάζεται ως ένα τεράστιο πεδίο ανακατεύθυνσης πόρων, πολιτικών και αστικών μετασχηματισμών. Όπως διευκρίνισε, οι νέοι αυτοί δρώντες λειτουργούν σε πολλαπλά επίπεδα, συχνά με αντικρουόμενα συμφέροντα, ενώ η συμμετοχή των πολιτών ενσωματώνεται και ως στοιχείο αποδοχής και νομιμοποίησης της μετάβασης. Εδώ η έννοια του citizen science αναδείχθηκε ως κρίσιμο εργαλείο: μια πιθανή γέφυρα ανάμεσα στην εμπειρική, τοπική γνώση και στις επίσημες πολιτικές. Ωστόσο, η ίδια ήταν σαφής ότι ούτε η επιστήμη των πολιτών ούτε η επίκληση της συμπερίληψης μπορούν να εκδημοκρατίσουν αυτομάτως τον σχεδιασμό. Χωρίς ουσία, συνέχεια και πραγματική αξιοποίηση αυτής της γνώσης, η συμμετοχή κινδυνεύει να γίνει απλώς ένα ακόμη εργαλείο επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων.
Η πόλη ως βιωμένη γεωγραφία
Τέλος, η Ματίνα Καψάλη, διδάσκουσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, έστρεψε την προσοχή μας μακριά από τους επίσημους θεσμούς, σε εκείνα τα υποκείμενα που παράγουν τον χώρο μέσα από τις καθημερινές τακτικές τους. Μέσα από έρευνα τριών ετών με μετανάστριες στη Θεσσαλονίκη και χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως βιογραφικές συνεντεύξεις και νοητικούς χάρτες, πρότεινε μια άλλη ανάγνωση της πόλης: όχι ως αντικειμενικό σύνολο δεδομένων, αλλά ως πλέγμα ενσώματων εμπειριών, φροντίδας, επιθυμίας και επιβίωσης. Οι χάρτες των γυναικών με τις οποίες μίλησε δεν κατέγραφαν απλώς σημεία στο χώρο, αλλά μια βιωμένη γεωγραφία: πάρκα, διαδρομές, δομές στήριξης, εμπορικά κέντρα που υπόσχονται ένταξη αλλά υπενθυμίζουν τον υφιστάμενο αποκλεισμό.
Συνεκδοχικά, οι κάτοικοι δεν είναι μόνο ερωτώμενοι ή τελικοί χρήστες του χώρου, αλλά ενεργοί παραγωγοί του, ακόμη και όταν αυτή η παραγωγή παραμένει άτυπη, έμφυλη, χαμηλόφωνη ή αόρατη στα κυρίαρχα σχέδια. Το κρίσιμο διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μονάχα ποιος συμμετέχει, αλλά ποιος καθορίζει τους όρους της συμμετοχής και της ίδιας της αστικής αλλαγής.
Συνεδρία: «Νέοι δρώντες στην παραγωγή του χώρου»
(27.3.2026, MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη)
|
Μαρία Καραγιάννη, διδάσκουσα, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης, ΑΠΘ Ματίνα Καψάλη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια, διδάσκουσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Π.Ι. Όλγα Μπαλαούρα, εντεταλμένη διδάσκουσα, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΑΠΘ Ευθυμία Σταματοπούλου, αρχιτεκτόνισσα τοπίου, υποψήφια διδακτόρισσα στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ Συντονισμός: Εύη Αθανασίου, καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΑΠΘ |
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του συνεδρίου «Πόλη σε μετασχηματισμό. Αστικές πολιτικές και κοινωνική συμμετοχή» (Θεσσαλονίκη, 26-29 Μαρτίου 2026), με διοργανωτές την Commonspace και το ParticipatoryLab και με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης.