Μια καθημερινότητα με πίεση, έλλειψη χρόνου, ακριβή στέγη, αβέβαιη εργασία και ανεπαρκές εισόδημα. Οι πολλαπλές ανισότητες που βιώνουν οι άνθρωποι στην Ελλάδα βαθαίνουν συνεχώς και αφορούν όλο και περισσότερες ομάδες. Το έργο STRAIN, που πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) με την υποστήριξη του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, καταγράφει πώς οι παραπάνω δυσκολίες διαμορφώνουν αίσθημα αδικίας και δυσπιστίας, αλλά και πού μπορεί να βρεθεί χώρος για πιο δίκαιες και βιώσιμες λύσεις.
Εισαγωγή
Στη δημόσια σφαίρα, από τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις μέχρι τις εκπομπές infotainment, και από τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές και τη μουσική μέχρι τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, πολύ δύσκολα θα βρει κανείς αρνητές της ανισότητας. Και αντίστροφα, σπάνια θα υποστηριχθεί δημόσια η αναγκαιότητα της ανισότητας. Ακόμα όμως κι όταν συμβεί κάτι τέτοιο, οι αντιδράσεις είναι τόσο ισχυρές, που υποχρεώνουν σε αναδίπλωση – όπως στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε δηλώσει ότι ορισμένες ανισότητες αποτελούν κίνητρο για την ανάπτυξη, κάτι ωστόσο που σταδιακά μετατοπίστηκε προς μια ρητορική της ανάπτυξης ως παράγοντα μείωσης των ανισοτήτων. (Η συγκεκριμένη δήλωση είχε γίνει στη ΔΕΘ στις 16/9/2017 https://avmag.gr/79948/ πρόσβαση 24/2/2026)
Γιατί λοιπόν, ενώ παντού γύρω μας εκφράζεται μια ευαισθησία για τις ανισότητες, αυτές εμμένουν πεισματικά; Και γιατί μια τέτοια ευαισθησία αδυνατεί να μεταφραστεί σε μια συνεκτική και τελικά ηγεμονική πολιτική για την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη; Οι περισσότερες μελέτες πάνω στο θέμα είτε διαχωρίζουν αυστηρά τα δύο ερωτήματα είτε ανάγουν το ένα στο άλλο: οι ανισότητες εμμένουν γιατί προκαλούνται από ασύμμετρες ιεραρχίες ισχύος και πλούτου. Οι φορείς εξισωτικής πολιτικής ηττώνται, γιατί δεν μεταφράζουν αποτελεσματικά την ευαισθησία σε πολιτικό σχεδιασμό. Αυτό ίσως που χρειαζόμαστε από μια εξισωτική σκοπιά είναι να δούμε τη συνθήκη δυνατότητας τόσο της εμμένουσας ανισότητας όσο και των πρακτικών που την καταπολεμούν.
Αν και σε ένα πρωτόλειο στάδιο, τούτο ακριβώς επιχειρεί το έργο STRAIN - Structural Inequalities in Contemporary Greece: An empirical investigation, το οποίο πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2025, με την υποστήριξη και τη συνεργασία του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης. Παρά τους περιορισμούς –τόσο στη θεωρητική επεξεργασία, που χρήζει περαιτέρω εκλέπτυνσης, όσο και στην εμπειρική αποτύπωση, που εδώ περιορίζεται σε μια μικρής κλίμακας ποιοτική έρευνα– το έργο STRAIN καταγράφεται ήδη ως μία πρόταση μελέτης των ανισοτήτων πέραν της resource-based ανάλυσης.
Σκοποί και στόχοι
Σε τι αποσκοπεί λοιπόν το συγκεκριμένο έργο; Πρώτον, στη χαρτογράφηση των ανισοτήτων στις σύγχρονες κοινωνίες. Εδώ κάνουμε μια σαφή επιλογή να εντάξουμε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σε έναν τύπο κοινωνίας: τον ύστερο νεωτερικό. Παρά τις όποιες εθνικές ιδιαιτερότητες, μια οπτική εξαιρετισμού των ανισοτήτων στη σύγχρονη Ελλάδα μάλλον θα δυσκόλευε την κατανόησή τους. Δεύτερον, το έργο αποσκοπεί στην εξέταση των τρόπων με τους οποίους διασταυρώνονται διαφορετικοί μηχανισμοί αναπαραγωγής ανισοτήτων, όπως το επάγγελμα, το εισόδημα, η εκπαίδευση, το φύλο και ο τόπος κατοικίας, ειδικά σε ό,τι αφορά το αίσθημα της κοινωνικής αδικίας που προκύπτει ως αποτέλεσμα τέτοιων διασταυρώσεων. Πότε όμως η ανισότητα μπορεί να θεωρηθεί δομική; Και γιατί ξεχωρίζουμε αυτούς τους μηχανισμούς ως κλειδιά για την κατανόηση της σύγχρονης ανισότητας και των ηθικών, αξιακών και πολιτικών αποτελεσμάτων της;
Η μελέτη επιχειρεί να δώσει ορισμένες απαντήσεις, αντλώντας από τη διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφική και ερευνητική παραγωγή, εστιάζοντας στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας. Η κεντρική θεωρητική μας επιλογή έγκειται στην αναλυτική διάκριση μεταξύ δομικής ανισότητας (κάθετη διάσταση) και πολλαπλών, διασταυρούμενων ανισοτήτων (οριζόντια διάσταση).
Κάθετη ανισότητα και οριζόντιες ανισότητες
Η κάθετη ανισότητα διαπερνά το σύνολο του κοινωνικού σώματος και μάλιστα με τρόπο τέτοιον ώστε να διαμορφώνεται μια μορφή σχέσεων που χαρακτηρίζεται από νικητές (που τα παίρνουν σχεδόν όλα) και ηττημένους (που τα χάνουν σχεδόν όλα). Ο πλούτος του πλουσιότερου 1% (ή ακόμα και του 0,1%) έναντι των υπολοίπων είναι μια συνηθισμένη φόρμουλα μέσα από την οποία γίνεται αντιληπτή η κάθετη ανισότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ταξική ανισότητα μεταξύ όσων κατέχουν θέσεις με εξουσία και με δυνατότητα εκμετάλλευσης της εργασίας άλλων και όσων δεν κατέχουν τέτοιες θέσεις είναι μία άλλη μορφή κάθετης ανισότητας, που βρίσκει έκφραση σε μια σειρά πεδίων, όπως μεταξύ άλλων η υγεία (σωματική και ψυχική), η μόρφωση, η στέγαση ή η διατροφή.
Υπάρχουν όμως και οι οριζόντιες ανισότητες, που αφορούν ορισμένα τμήματα, στρώματα ή ομάδες του πληθυσμού. Τα άτομα βιώνουν συχνά παραπάνω από μία οριζόντια ανισότητα κι έτσι ανήκουν σε –ή ταυτίζονται με– διάφορες ομάδες, στρώματα ή τμήματα, ακόμα και ταυτόχρονα. Μια γυναίκα εργατικής προέλευσης, που διαμένει σε ένα φτωχό προάστιο της Αθήνας και έχει διαγνωσθεί στο φάσμα της νευροδιαφορετικότητας, μπορεί να γίνει δέκτης στερεοτυπικών αντιλήψεων στον κοινωνικό χώρο για τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικούς λόγους. Με άλλα λόγια, το ίδιο άτομο βιώνει πολλαπλές ανισότητες με βάση διαφορετικά κριτήρια.
Η αξία και οι αξίες οργανώνουν το κοινωνικό
Τι ακριβώς λοιπόν εννοεί κανείς, όταν αναφέρεται στην καταπολέμηση των ανισοτήτων; Και ποια μορφή ανισότητας επείγει περισσότερο να αντιμετωπίσουμε; Για να ρίξουμε φως σε αυτά τα ερωτήματα, επιχειρήσαμε να συνδέσουμε τις δύο διαστάσεις (κάθετη, οριζόντια) με την κοινωνική λογική των κοινωνιών στις οποίες ζούμε. Αντλώντας από πρόσφατες αλλά και πιο κλασικές κοινωνιολογικές θεωρήσεις (Habermas, 2014; Polanyi, 2007; Reckwitz, 2020; 2023) ξεχωρίσαμε μια διττή λογική η οποία διέπει αυτές τις κοινωνίες: από τη μια πλευρά πρόκειται για σχηματισμούς όπου το οικονομικό, δηλαδή η λογική της αγοράς, έχει εποικίσει το κοινωνικό.
Δεν μιλάμε εδώ απλά για εμπορευματοποίηση μιας (έστω διευρυνόμενης) γκάμας αγαθών και υπηρεσιών, αλλά για την εγκατάσταση και επικράτηση των αρχών και των κανόνων της αγοράς στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, ακόμα και εκεί όπου άλλοτε δεν θα είχε νόημα κάτι τέτοιο (π.χ. στον τρόπο που λειτουργεί ένα σχολείο ή μια δομή ψυχικής υγείας, ή στον τρόπο επιλογής συντρόφων, ή πιο γενικά στη φροντίδα του εαυτού).
Δεν είναι όμως μόνο ο εποικισμός από την αγορά που βαθαίνει και πολλαπλασιάζει τις ανισότητες, όσο και αν από μόνος του αρκεί για να δημιουργήσει βαθιές και κατακόρυφες διαιρέσεις στο κοινωνικό σώμα, κυρίως λόγω των μετασχηματισμών της ίδιας της αγοράς στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιοποίησης του καπιταλισμού. Ένας δεύτερος, παράλληλος μηχανισμός φαίνεται πως βρίσκεται σε λειτουργία στην ύστερη νεωτερικότητα (δηλαδή, απλουστευτικά μιλώντας, μετά τη «χρυσή τριακονταετία» της Δύσης, 1945-1975): πρόκειται για κοινωνίες όπου οι πάντες και τα πάντα εμπλέκονται σε ατελείωτους πολιτισμικούς ανταγωνισμούς, σε ατέρμονες διαδικασίες αξιοδότησης και απαξίωσης, με έπαθλο την αναγνώριση της μοναδικότητας, της αυθεντικότητας, της ενικότητας (Reckwitz, 2020).
Το αποτέλεσμα αυτής της διττής λογικής είναι να παράγονται πολώσεις σε όλο το φάσμα του κοινωνικού, με συνέπεια να βαθαίνει η ανισότητα σε βαθμό καινοφανή και ασύλληπτο. Επιπλέον, οι ομάδες που θίγονται από τις ανισότητες πληθαίνουν, καθώς πληθαίνουν και οι κίνδυνοι από αλλεπάλληλες κρίσεις, με την κλιματική να είναι η πιο απειλητική, ειδικά για τους λιγότερο προνομιούχους.
Με άλλα λόγια, αλλάζει η λειτουργία του ίδιου του κοινωνικού χώρου, όπου όχι μόνο βαθαίνει η κάθετης μορφής ανισότητα, αλλά και κάθε διαφορά μετατρέπεται σε ταυτοτικό αγώνα, σε διαπάλη για συμβολική ισχύ και εξουσία. Εδώ υπεισέρχεται η δεύτερη βασική εννοιολογική μας κατηγορία, που είναι οι πολλαπλές ανισότητες. Αν η ακραία οικονομικοποίηση του κοινωνικού δημιουργεί διαρκώς νέες ομάδες νικητών και ηττημένων, η πολιτισμικοποίηση πολλαπλασιάζει τα κριτήρια με τα οποία οι ανισότητες γίνονται αντιληπτές (Dubet, 2023).
Στιγμιότυπα ανισότητας μέσα από την ανάλυση δευτερογενών δεδομένων
Η κεντρική στόχευση του έργου STRAIN δεν έγκειται στη θεωρητική εκλέπτυνση γύρω από τα ζητήματα της ανισότητας στις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού, όσο στην εμπειρική καταγραφή ανισοτήτων και μάλιστα σε ένα πλαίσιο επάλληλων και διαδοχικών κρίσεων.
Αυτή τη στόχευση υπηρετεί η ανάλυση επιλεγμένων δεικτών ανισότητας και αποστέρησης, με βάση αφενός δεδομένα της έρευνας EU-SILC της τελευταίας δεκαετίας, αφετέρου δεδομένα πρόσφατης ποσοτικής έρευνας πανελλαδικής κάλυψης, που διενεργήθηκε με ευθύνη του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών στο πλαίσιο του έργου JustReDI - Ανθεκτικότητα, Συμπερίληψη και Ανάπτυξη - Προς μια Δίκαιη Πράσινη και Ψηφιακή Μετάβαση των Ελληνικών Περιφερειών (Αβράμη κ.ά., 2025).
Τα συνδυαστικά αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών των δεδομένων έδειξαν ότι ανισότητες που αφορούν τη στέγαση, τη μισθωτή σχέση εργασίας και τις χωροκοινωνικές ανισότητες μεταξύ κέντρου και απομακρυσμένων περιοχών παράγουν ισχυρά αποτελέσματα με όρους στάσεων και συναισθημάτων. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήσαμε ότι τα άτομα που διαθέτουν οικονομική άνεση, οι κάτοχοι υψηλών προσόντων και οι άνδρες, δήλωσαν στην έρευνα JustReDI ότι είναι πιο ικανοποιημένα από τη ζωή, ότι διαθέτουν περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στις επιλογές και έλεγχο της ζωής τους, ενώ δείχνουν εντονότερο ενδιαφέρον για την πολιτική.
Αντιθέτως, κάτοχοι χαμηλών εκπαιδευτικών προσόντων, όσοι/ες δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα και οι οικονομικά μη ενεργοί (άνεργοι, συνταξιούχοι, φροντίδα σπιτιού, άλλη περίπτωση) φαίνεται να είναι λιγότερο ικανοποιημένες/οι από τη ζωή τους, να αισθάνονται ότι έχουν λιγότερες επιλογές/μικρότερο έλεγχο του βίου τους και να δείχνουν μικρότερο ενδιαφέρον για την πολιτική.
Τα δεδομένα της EU-SILC μας δίνουν μια εικόνα σχετικά με το πώς στέκεται η Ελλάδα στον χάρτη των ανισοτήτων ως προς την εργασιακή φτώχεια και τη στεγαστική αποστέρηση. Με βάση τα στοιχεία για τα έτη 2016, 2020 και 2024, η Ελλάδα διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής φτώχειας πανευρωπαϊκά στην κατηγορία του χαμηλού και μεσαίου επιπέδου εκπαίδευσης. Η εικόνα της στεγαστικής αποστέρησης είναι εξίσου προβληματική, καθώς δείχνει ότι το πρόβλημα του στεγαστικού συνωστισμού είναι σοβαρό και για τα νοικοκυριά που βρίσκονται πάνω από το όριο της φτώχειας.
Εξετάσαμε τα ευρήματα αυτά και υπό το φως των αποτελεσμάτων της ποσοτικής έρευνας της Kapa Research για τις ανισότητες και το αίσθημα της αδικίας, που διενεργήθηκε για λογαριασμό του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης (2025). Εκεί λοιπόν, μεταξύ άλλων, είδαμε ότι το 54% όσων αυτοτοποθετούνται στην εργατική-αγροτική τάξη θεωρεί ότι η ελληνική κοινωνία είναι «μια σίγουρα άδικη κοινωνία», όταν το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο του δείγματος είναι 36%.
Υπάρχουν φυσικά πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το αίσθημα κοινωνικής αδικίας στις λαϊκές τάξεις, όμως σίγουρα η άδικη διανομή του εγχώριου εισοδήματος, μια κατ’ εξοχήν όψη της κάθετης ανισότητας, θα μπορούσε να συνιστά πηγή αρνητικών συναισθημάτων: όπως προκύπτει από έρευνα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών, μεταξύ 2019 και 2023 οι μισθοί έχασαν τρεις μονάδες ΑΕΠ, το κράτος δύο μονάδες ΑΕΠ, ενώ το μερίδιο επιχειρηματικών κερδών έχει κερδίσει πέντε μονάδες ΑΕΠ (ΕΝΑ, 2023). Κάπως έτσι, με βάση στοιχεία της Eurostat για το 2025, τo μερίδιο των μισθών στο συνολικό εγχώριο εισόδημα είναι το δεύτερο χαμηλότερο στην Ευρώπη, ενώ το μερίδιο των κερδών είναι το τρίτο υψηλότερο (Τζιαντζή, 2025). Σε κάθε περίπτωση, για μια βαθύτερη κατανόηση των παραπάνω ευρημάτων καταφύγαμε στην ποιοτική έρευνα και συγκεκριμένα σε τρεις συζητήσεις με ομάδες εστίασης.
Ομάδες εστίασης (focus groups)
Οι εξ αποστάσεως συζητήσεις με τις τρεις ομάδες εστίασης (focus groups) που έλαβαν χώρα στο διάστημα Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου 2025-2026 πάνω στους τρεις άξονες που ανέδειξε η δευτερογενής έρευνα (στέγαση, εργασία, χωρικότητα), αποτέλεσε και την κύρια πηγή εμπειρικού υλικού του έργου STRAIN.
Τα υποκείμενα που συμμετείχαν στις ομάδες εστίασης βλέπουν τις ζωές τους να οργανώνονται γύρω από υλικούς φραγμούς, χρονικούς περιορισμούς και αποστάσεις, που συγκροτούν ένα πλέγμα ανασφάλειας. Από εδώ πηγάζουν αρνητικά πολιτικά συναισθήματα, όπως η δυσπιστία και το αίσθημα της αδικίας, ενώ τα παράδοξα του καπιταλισμού, του υπερανταγωνισμού, των κρίσεων και των πολώσεων εντείνουν αυτά τα αισθήματα.
Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι αν μιλάμε για συναισθήματα που εκδηλώνονται οριζόντια, σε όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα, ή αν αντίθετα υπάρχει κάποιο μοτίβο στην εκδήλωσή τους. Θεωρούμε ότι, ενώ κανένας και καμία δεν εξαιρείται από το αδυσώπητο κυνήγι των αξιοδοτήσεων και απαξιώσεων, κάποιοι μπορούν να πετύχουν περισσότερα από άλλους, εκ της θέσης τους σε έναν κοινωνικό χώρο που προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο με την αγορά (εποικισμός του κοινωνικού από το οικονομικό).
«Δεν έχω επιλογές»
Ο εποικισμός του βιόκοσμου από τη λογική της αγοράς και του υπερανταγωνισμού μετατρέπει τα πάντα σε πόρους, σε εργαλεία, και φυσικά από αυτή την ακραία εργαλειοποίηση δεν ξεφεύγει ούτε ο χρόνος. Η θεματική «το κυνήγι του χρόνου», που αναδύθηκε μέσα από τις συνεντεύξεις, αναδεικνύει τον χρόνο ως άνισα κατανεμημένο κοινωνικό πόρο, ο οποίος σπανίζει περισσότερο για εκείνα τα νοικοκυριά που τα βγάζουν πέρα δύσκολα. Εκεί όπου η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από μετακινήσεις, πολλαπλές υποχρεώσεις και εργασιακή εντατικοποίηση, ο χρόνος αλλά και ο χώρος γίνονται αντίπαλοι, τροφοδοτώντας τη χωροχρονική διάσταση της αλλοτρίωσης και των συνοδών αισθημάτων της κόπωσης και της ανημπόριας («δεν έχω επιλογές»).
Το συνεχές κυνήγι εύρεσης χρόνου συνιστά κομβικό σημείο βιωμένης ανισότητας και για τις τρεις ομάδες εστίασης, και αυτό είναι ενδεικτικό της διαβρωτικής παρουσίας της δομικής ανισότητας. Δεν είναι όμως η μοναδική ένδειξη. Η επισφαλειοποίηση του βίου, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής κοινωνιολογικής και ανθρωπολογικής παρατήρησης στην Ελλάδα τόσο κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης όσο και μετά (Τσιώλης, 2023; Σπυριδάκης, 2018), είναι εξαιρετικά συναφής.
Η εμπειρία της επισφάλειας συνδέεται άμεσα με τη αίσθηση ότι δεν υπάρχουν επιλογές, κάτι που είναι ιδιαίτερα επώδυνο στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η απώλεια ελέγχου αφορά τόσο τις υλικές συνθήκες ζωής όσο και τη σχέση με την πόλη/τόπο κατοικίας, η οποία βιώνεται ως αποξενωμένη και προσανατολισμένη στις ανάγκες των ισχυρών (funds, ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ξενοδοχεία). Έτσι, η θεσμική δυσπιστία ενισχύεται, καθώς το κράτος εμφανίζεται είτε αδύναμο είτε απρόθυμο να περιορίσει τις ανισότητες. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, η δομική ανισότητα μετασχηματίζεται σε έντονη κριτική στάση απέναντι στο σύστημα, κάτι που αξίζει την προσοχή μας.
Δεν πρέπει φυσικά να θεωρούμε ότι η μετάφραση της αδικίας σε ενεργό πολιτική στάση γίνεται αυτόματα, ή πολύ περισσότερο ότι είναι εγγυημένη μια στάση υπέρ χειραφετητικών πολιτικών. Οι χαμηλές προσδοκίες αποτελούν μια μορφή εσωτερίκευσης της ανισότητας, που πολλές φορές παράγει νέους αποκλεισμούς, δυσανεξία απέναντι στην ετερότητα και επιθετικότητα απέναντι στους λιγότερο ισχυρούς (π.χ. μετανάστες ή ΑμεΑ). Επιπλέον, η ζωή «στο όριο των βασικών αναγκών», ειδικά όταν συνοδεύεται από το αίσθημα της μπλοκαρισμένης ανοδικής κινητικότητας, εκτός από τη βαθιά απογοήτευση από τους θεσμούς μπορεί να φέρει και ένα είδος «κανονικοποίησης της ιδιοτέλειας». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, φαινόμενα ασυδοσίας, πελατειακότητας και αντικοινωνικής συμπεριφοράς αρχίζουν να γίνονται ενδημικά.
Επιπλέον, η εργασία, από μηχανισμός κοινωνικής ένταξης και πηγή ικανοποίησης, μετατρέπεται σε πηγή ανασφάλειας, καθώς δεν μπορεί πια να εγγυηθεί την αξιοπρεπή διαβίωση, κάτι που ενισχύει την εμπειρία της εργασιακής φτώχειας. Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες/ουσες αποδίδουν την κατάσταση σε δομικούς παράγοντες και όχι σε ατομική αποτυχία, στοιχείο που υπό προϋποθέσεις (με την κατάλληλη πλαισίωση, από κατάλληλα τοποθετημένους φορείς πολιτικής δράσης) μετασχηματίζει την οικονομική δυσχέρεια σε πολιτικό ζήτημα.
Στη σχετική θεματική αποκρυσταλλώνεται η αίσθηση της πολιτικής αδικίας, με την ευθύνη να αποδίδεται όχι μόνο στις πολιτικές ελίτ αλλά και στις ανώτερες τάξεις εν γένει: είτε πρόκειται για εργοδότες, είτε για ιδιοκτήτες ακινήτων, είτε για τουρίστες και nomads. Την ίδια στιγμή, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται λόγω της απουσίας πλαισίου κοινωνικής προστασίας και πρόνοιας. Σε αυτό το σημείο έγκειται και η ανεβασμένη διάθεση συλλογικοποίησης των διεκδικήσεων και οργάνωσης του κόσμου που πλήττεται.
Υπάρχουν άραγε αντισταθμίσματα στις παραπάνω αλλοτριωτικές τάσεις που γεννούν οι ανισότητες; Το φυσικό τοπίο λειτουργεί αναμφίβολα ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εμπειρία ανισότητας, χωρίς όμως να αναιρεί τις δομικές της βάσεις. Πρόκειται για το μοναδικό θέμα το οποίο διαθέτει στις συνεντεύξεις θετικό φορτίο και είτε βιώνεται ως προνόμιο –κυρίως για τους κατοικούντες στην περιφέρεια– είτε ως δικαίωμα στο όνειρο, και συγκεκριμένα το μοναδικό όνειρο που επιτρέπουν στους ίδιους τους εαυτούς τους οι συμμετέχοντες. Ωστόσο, η απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος μετατρέπεται και αυτή σε πόρο. Το τοπίο λειτουργεί μεν ως αντιστάθμισμα στις πιέσεις της καθημερινότητας, αλλά δεν αναιρεί τις δομικές συνθήκες που παράγουν αυτές τις εξαντλητικές πιέσεις. Η ανάλυση δείχνει ότι ακόμη και τα θετικά στοιχεία της εμπειρίας ενσωματώνονται σε ένα πλαίσιο άνισης κατανομής δυνατοτήτων.
Προς έναν άλλο τρόπο σχέσης με τον κόσμο
Θεωρούμε κρίσιμο να συζητηθεί συστηματικά εντός των φορέων μιας οικο-κοινωνικής χειραφετητικής πολιτικής καταρχάς το ταξικό πρόσημο της δομικής ανισότητας, θέτοντας το ερώτημα ποιους τραυματίζει περισσότερο η ανισότητα. Εδώ απαιτείται μεγάλη προσοχή, με την έννοια ότι συνήθως η εστίαση γίνεται είτε αποκλειστικά στην κατακόρυφη διάσταση των ανισοτήτων (βλ. ταξικές πολιτικές που παραγνωρίζουν την πολλαπλότητα των ανισοτήτων ως παράγωγο των διαδικασιών συγκρότησης υποκειμενικότητας) είτε αποκλειστικά στην οριζόντια διάσταση (βλ. identity politics). Με άλλα λόγια, η θέση μας είναι ότι για την καταπολέμηση των ανισοτήτων στο πλαίσιο μιας κοινωνικά και οικολογικά δίκαιης κοινωνίας δεν αρκούν παρεμβάσεις, προτάσεις πολιτικής και διεκδικήσεις που συγκρατούν τις εποικιστικές διαθέσεις της αγοράς, όσο αναγκαίες κι αν είναι τέτοιες παρεμβάσεις.
Προφανώς η πολιτική για το εγγυημένο εισόδημα, οι πολιτικές διεύρυνσης των κοινών, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα συλλογικών αγαθών και υποδομών (νερό, ενέργεια, υγεία, εκπαίδευση, φυσικός πλούτος, συγκοινωνίες), η προοδευτική φορολογία, αλλά και πρωτοβουλίες σε απο-αναπτυξιακή κατεύθυνση, με ταυτόχρονο εκδημοκρατισμό της παραγωγής (Kohei, 2025), αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για την ανάσχεση της πορείας της ανθρωπότητας προς το χάος των ταξικών, φυλετικών, εθνοτικών και γενικότερα ταυτοτικών συγκρούσεων. Δεν είναι όμως και ικανές συνθήκες.
Χρειάζεται παράλληλα μέριμνα για την καλλιέργεια διαφορετικών τρόπων σχέσης με τον φυσικό και κοινωνικό κόσμο. Για να το πούμε διαφορετικά, θεσμοί και οργανώσεις που δεσμεύονται στις παραπάνω βασικές κατευθύνσεις θα πρέπει να επινοήσουν ξανά τον εαυτό τους ως ηθικές κοινότητες, δηλαδή ως κοινότητες ανθρώπων που νιώθουν να τους αφορούν τα ίδια ερωτήματα, ακόμα και αν δεν διαθέτουν τις ίδιες απαντήσεις (και ιδίως τότε). Κοινότητες-εργαστήρια εξάσκησης μιας διαφορετικής σχέσης με τον χρόνο, τον χώρο και την πολιτική αποτελούν αναγκαία συστατικά για το χτίσιμο σχέσεων αποκρισιμότητας (Rosa, 2019; 2021; Μπιθυμήτρης, 2025). Σχέσεων δηλαδή που βρίσκονται στον αντίποδα των σχέσεων ασχεσίας (Jaeggi, 2014) που επιφυλάσσει για τα υποκείμενα ο πολιτισμικός καπιταλισμός των πολώσεων και του υπερανταγωνισμού.
Κλείνοντας, σημειώνουμε ξανά ότι στο πλαίσιο του έργου STRAIN καταθέσαμε έναν πρώτο προβληματισμό που μπορεί να φανεί χρήσιμος για τη μελλοντική έρευνα πάνω στις ανισότητες. Περαιτέρω επεξεργασία της χαρτογράφησης που επιχειρήθηκε εδώ, μέσω της αναλυτικής διάκρισης μεταξύ κάθετης ανισότητας και οριζόντιων ανισοτήτων, μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη για τον στοχασμό πάνω σε άλλα πεδία που δεν εξετάστηκαν, όπως οι ψηφιακές ανισότητες και ειδικότερα εκείνες οι ανισότητες που απορρέουν από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, ή οι κλιματικές ανισότητες, οι ανισότητες στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην κατανάλωση και αλλού. Ελπίζουμε όλα αυτά να έχουμε την ευκαιρία να τα δούμε σε επόμενο ερευνητικό εγχείρημα.
Αναφορές
Αβράμη, Λυδία, Γεωργιάδης, Θωμάς, Δεμερτζής, Νίκος, Θεοφίλη, Αλεξάνδρα, Καπέλλα, Αντουανέττα, Κονδύλη, Δήμητρα, Λιναρδής, Απόστολος, Παπαδούδης, Γιώργος, Στάικος, Χρήστος, Χατζηγιάννη, Ανδρομάχη (2025). Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση στην Ελλάδα Έκθεση ερευνητικών αποτελεσμάτων, Αθήνα: Παπαζήσης.
Habermas, Jürgen (2014). The Theory of Communicative Action: The Critique of Functionalist Reason, μτφ. Thomas McCarthy, Cambridge: Polity Press.
Dubet, François (2023). Ο καιρός των θλιμμένων παθών: Ανισότητες και λαϊκισμός, μτφ. Γιώργος Καραμπελιάς, Αθήνα: Πόλις.
ΕΝΑ (2025). Διανομή εγχώριου εισοδήματος: μισθοί, κέρδη & κράτος. Διαθέσιμο εδώ: https://enainstitute.org/publication/dianomi-egchoriou-eisodimatos-misthoi/ (Τελευταία πρόσβαση, 16 Φεβρουαρίου 2026).
Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης (2025). Πολίτες και πολιτεία: Εμπιστοσύνη, ανισότητα ευκαιριών, πολιτική συμμετοχή. Παρουσίαση έρευνας της Kapa Research. Διαθέσιμο στο: https://gr.boell.org/el/2025/10/16/polites-kai-politeia-empistosyni-anisotita-eykairion-politiki-symmetohi (Τελευταία πρόσβαση, 16 Φεβρουαρίου 2026).
Polanyi, Karl (2007). Ο μεγάλος μετασχηματισμός: Οι πολιτικές και κοινωνικές απαρχές του καιρού μας, μτφ. Γαγανάκης Κώστας, Τομανάς Βασίλης, Αθήνα: Νησίδες.
Reckwitz, Andreas. 2023. Το τέλος των ψευδαισθήσεων. Πολιτική, οικονομία και κουλτούρα στην ύστερη νεωτερικότητα, μτφ. Ευαγγελία Τόμπορη, Πρόλογος, επιστημονική επιμ. Γιώργος Μπιθυμήτρης, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Reckwitz, Andreas (2020). The Society of Singularities, μτφ. Valentine, A. Pakis, Cambridge: Polity.
Σπυριδάκης, Μάνος (2018). Homo Precarius: Εμπειρίες ευαλωτότητας στην κρίση, Αθήνα: Πεδίο.
Τσιώλης, Γιώργος (2023). Επισφαλείς βιογραφίες: Εργασιακές διαδρομές και ταυτότητες στον μετασχηματιζόμενο κόσμο της εργασίας, Αθήνα: Gutenberg.