Στα βαλτόνερα της καινοτομίας

ΑΡΘΡΟ

Όταν το Δημόσιο σπεύδει να συνδράμει με κάθε μέσο μια ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία αμφίβολο είναι αν και πότε θα μπορέσει να ανταποδώσει κάτι στην τοπική κοινωνία, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τους λόγους και να αναλύσουμε όλες τις πτυχές αυτής της «επένδυσης». Τι συμβαίνει με το τεχνολογικό και επιχειρηματικό πάρκο Thess INTEC;

Thess INTEC 1
Teaser Image Caption
Ο υγρότοπος στα Τσαΐρια, όπως ήταν πριν από τις εργασίες επιχωμάτωσης για τη δημιουργία του Thess INTEC.

Τον περασμένο Αύγουστο (2025), η είδηση για την ίδρυση και ανάπτυξη του Επιχειρηματικού Πάρκου Thess INTEC συνοδεύτηκε από πανηγυρικά δημοσιεύματα και υποσχέσεις για μια νέα εποχή που ξεκινάει για την καινοτομία και την τεχνολογία στην Ελλάδα. «Από σήμερα, η χώρα μας διαθέτει ένα πλήρως αδειοδοτημένο και άρτια πολεοδομημένο Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογίας, σε ιδιαίτερα στρατηγική θέση, έτοιμο να αξιοποιηθεί άμεσα από την ελληνική και διεθνή επενδυτική κοινότητα», δήλωσε συγκεκριμένα ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του πρότζεκτ, Νίκος Ευθυμιάδης

Το Thess INTEC είναι ένα τεχνολογικό και επιχειρηματικό πάρκο που επικαλείται την καινοτομία και στοχεύει στη σύνδεση της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας με τη βιομηχανία, με σκοπό την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών. 

Πρόκειται για μια ουσιαστικά ιδιωτική εταιρεία, στη μετοχική σύνθεση της οποίας o ιδιωτικός τομέας καταλαμβάνει το 58% των μετοχών, ενώ ο δημόσιος το 42%. Στον τελευταίο συμμετέχουν συγκεκριμένα έξι δημόσιοι φορείς: η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας, το Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), ο δήμος Θερμαϊκού, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος. Από αυτούς, οι τέσσερις πρώτοι εκπροσωπούνται και στο διοικητικό συμβούλιο

Το έργο περιλαμβάνει χρήσεις κατοικίας, εκπαίδευσης, διοίκησης, εμπορίου, γραφείωνκέντρων έρευναςθερμοκοιτίδων επιχειρήσεων, εστίασης και αναψυκτηρίων, στάθμευσης αυτοκινήτων, επεξεργασίας και διάθεσης λυμάτων, εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως επίσης υποδομές τουρισμού και αναψυχής, καθώς και κοινόχρηστο χώρο πρασίνου.

Το Thess INTEC χαρακτηρίζεται «πάρκο 4ης γενιάς», ένας όρος που, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία αλλά και την πρακτική, αναφέρεται σε δομές αστικής ανάπτυξης επιστήμης και τεχνολογίας στα περίχωρα των πόλεων, όπου υπάρχει η δυνατότητα να εφαρμοστούν οι τελευταίες τεχνολογίες για να επιτευχθεί σωστή συνύπαρξη μεταξύ των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και του φυσικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, ζητήματα που αφορούν την περιβαλλοντική βιωσιμότητα του έργου καθιστούν τις μεγαλόστομες εκφράσεις υποστηρικτών του Thess INTEC, που το θέλουν ως το «the next big thing» στη Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον ανεδαφικές.

Καινοτομία σε μπαζωμένο υγρότοπο;

Το πρώτο πρόβλημα αφορά τη χωροθέτησή του. Και αυτό γιατί το πρώτο «τεχνολογικό πάρκο τέταρτης γενιάς» θα χτιστεί πάνω σε υγρότοπο, αφού φυσικά ολοκληρωθούν οι εργασίες επιχωμάτωσής του, δηλαδή το μπάζωμα. Ο χώρος αυτός είναι το παράκτιο έλος Περαίας στον Δήμο Θερμαϊκού, αναγνωρισμένο από το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων Υγροτόπων (EL 52208200 Παράκτιο Έλος Περαίας)Γνωστό και ως «Τσαΐρια», βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης και αποτελεί το τελευταίο τμήμα του παλαιότερου παράκτιου υγροτόπου εκβολών του ποταμού Ανθεμούντα. Η περιοχή εντάσσεται μέσω των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας (ΣΔΚΠ) σε Ζώνη Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας και, σύμφωνα με τον ΟΦΥΠΕΚΑ, αποτελεί –ή καλύτερα αποτελούσε, δεδομένων των προχωρημένων επιχωματώσεων– σημαντικό ενδιαίτημα αναπαραγωγής παρυδάτιων και υδρόβιων πουλιών (με τουλάχιστον 150 είδη πουλιών καταγεγραμμένα ως τώρα, καθώς και άλλα προστατευόμενα είδη όπως η βίδρα και ο λαγόγυρος). 

Έτσι, η αδειοδότηση του συγκεκριμένου χώρου είχε τη δική της «περιπέτεια» μέχρι και την έκδοση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος. Αρχικά το ΣτΕ απέρριψε τον Οκτώβριο του 2022 την πρώτη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) καθώς δεν γινόταν καμία αναφορά στον υγρότοπο της περιοχής. Στη συνέχεια κατατέθηκε νέα αναθεωρημένη ΣΜΠΕ, κατά της οποίας στράφηκε η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, όμως η προσφυγή απορρίφθηκε. Ενάμιση χρόνο μετά, τον Φεβρουάριο του 2024, εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα για τις χρήσεις γης και τους όρους δόμησης. Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το ΠΔ αναγνωρίζει την επικινδυνότητα του γεωλογικού υποβάθρου και του κινδύνου πλημμύρας (άρθρο 3.2)απαιτώντας να εγκριθούν όλες οι απαραίτητες τεχνικές μελέτες για την άρση της ακαταλληλότητας δόμησης (Άρθρο 3 παρ. 4 και 3 παρ. 5). 

«Στα Τσαΐρια Περαίας η οπισθοδρόμηση βαφτίζεται “καινοτομία”, με το μπάζωμα 700 στρεμμάτων παράκτιου υγρότοπου αντί για τη διατήρησή του, κάτι που θα απορροφούσε τις πλημμυρικές παροχές του Ανθεμούντα», αναφέρει η δασολόγος-ορνιθολόγος Μαρία Παναγιωτοπούλου, η οποία επικαλείται μεταξύ άλλων και τη Γεωλογική Μελέτη Καταλληλότητας του Δήμου Θερμαϊκού που εγκρίθηκε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και αναφέρει ότι η συγκεκριμένη περιοχή «κρίνεται κατά τμήματα κατάλληλη υπό προϋποθέσεις» ενώ άλλα σημεία κρίνονται ακατάλληλα και απαγορευτικά για δόμηση. 

Thess INTEC 2
Στον χάρτη γεωλογικής καταλληλότητας που κατήρτισε το ΙΓΜΕ (2018), διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του Thess INTEC έχει χαρακτηριστεί ως «ακατάλληλο προς δόμηση», ενώ μια μικρή έκταση αυτού είναι κατάλληλη υπό προϋποθέσεις. Το Προεδρικό Διάταγμα αναγνωρίζει το πρόβλημα ζητώντας ειδικές μελέτες για την άρση της ακαταλληλότητας των τμημάτων αυτών.

«Η φύση θυμάται τους δρόμους του νερού»

Σημαντικά περιβαλλοντικά ζητήματα επισημαίνει και ο Πέτρος Κακούρος, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος. «Έχουμε να κάνουμε με ακόμη μία περιοχή δόμησης που προωθεί από την Περαία έως την κυρίως πόλη μια ενιαία δομημένη παραλιακή ζώνη. Εκτός από τα προβλήματα που συνδέονται με την καταστροφή μιας περιοχής δέσμευσης άνθρακα, ο ουσιαστικά ιδιωτικός χαρακτήρας του έργου προκαλεί επιπλέον εμπόδια στην ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε δημόσιες εκτάσεις». 

Αποτελεί τραγική ειρωνεία ότι, ενώ υπό την εντονότερη απειλή της κλιματικής κρίσης τα ευρωπαϊκά κράτη της Μεσογείου εφαρμόζουν πολιτικές ολοένα αυστηρότερης προστασίας της παράκτιας ζώνης από τη δόμηση, στη χώρα μας αυτή αυξάνεται υπέρμετρα. «Η κατασκευή του Thess INTEC αγνοεί ακόμη και τη Σύμβαση της Βαρκελώνης που έχει κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη χώρα μας και προβλέπει καθορισμό αδόμητης ζώνης παραλίας που δεν μπορεί να έχει πλάτος μικρότερο των 100 μέτρων», επισημαίνει μεταξύ άλλων ο Γιάννης Κρεστενίτης, ομότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής και Ωκεανογραφίας στον Τομέα Υδραυλικής και Τεχνικής Περιβάλλοντος ΑΠΘ.

Πέρυσι την άνοιξη η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη Mελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που… δώρισε ο φορέας του Thess INTEC. «Εμείς καταψηφίσαμε αυτή τη δωρεά για μια σειρά από πολύ σοβαρούς λόγους. Καταρχήν, αυτή η ΜΠΕ θα έπρεπε να γίνει από έναν τρίτο και όχι από το ίδιο το Thess INTEC. Δεν μπορεί κανείς να είναι και κριτής και κρινόμενος, ειδικά σε θέματα τόσο ευαίσθητα», είπε ο Γιάννης Μυλόπουλος, επικεφαλής της Παράταξης Αλλαγής στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. «Θα υπάρξει μια αστικοποίηση αυτής της περιοχής, με ένα διπλό αρνητικό αποτέλεσμα. Το πρώτο είναι ότι θα καταστραφεί ένας υγρότοπος. Το δεύτερο είναι ότι, αν το νερό δεν βρει διέξοδο στον φυσικό του δρόμο, θα πνίξει και το ίδιο το έργο. Θα πάνε χαμένα δηλαδή και τα αντιπλημμυρικά έργα αλλά κινδυνεύει και η γύρω περιοχή. Η φύση θυμάται τους δρόμους του νερού».

Οι χωματουργικές εργασίες για τις υποδομές του Thess INTEC ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2024. Όπως αναφέρεται επισήμωςο εκτιμώμενος συνολικός προϋπολογισμός των δικτύων υποδομών και του κτιρίου διοίκησης του έργου ανέρχεται σε 73.798.357,74€, εκ των οποίων η μεγαλύτερη δαπάνη αφορά τις χωματουργικές εργασίες και τα έργα βελτίωσης εδάφους (38.898.492,63€), δηλαδή το 60% των δαπανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το συνολικό ποσό που προβλέπεται από το Ταμείο Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας (35 εκατομμύρια) είναι λιγότερο από το κόστος των χωματουργικών εργασιών.

Thess INTEC 3
Οι χρήσεις γης στο Thess INTEC (κοινόχρηστοι χώροι, γραφεία, συνεδριακά κέντρα, εμπορικό κέντρο κ.ά.) και η θέση τους σε σχέση με τα τμήματα γεωλογικής καταλληλότητας ή μη της μελέτης του ΙΓΜΕ (2018). Παρατηρείται ότι τα περισσότερα κτίρια πρόκειται να κατασκευαστούν σε εκτάσεις που είχαν κριθεί ακατάλληλες προς δόμηση. Επιπλέον οι ελεύθεροι χώροι πρόκειται να είναι ελάχιστοι και τεχνητοί συγκριτικά με τον φυσικό υγρότοπο που επιχειρούν να καταστρέψουν.

Το «εργαλείο» των Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων

To «εργαλείο» που νομιμοποίησε την κατασκευή του Thess INTEC είναι τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, μια μορφή πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού που εισήχθη στην Ελλάδα την περίοδο της κρίσης, με σκοπό να γίνει η χώρα πιο ελκυστική σε επενδύσεις.

«Τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον σε όλη την Ελλάδα, με διάφορους τρόπους και σε διάφορες κλίμακες, πολύ συχνά για τουριστικές αναπτύξεις. Και στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις – από πολύ μικρά έργα όπου προβλέπεται αλλαγή χρήσης γης, μέχρι πολύ μεγάλα, όπως το σχέδιο για την ενοποίηση του παραλιακού μετώπου», εξηγεί η Εύη Αθανασίου, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ. «Αυτό που κάνουν τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια είναι ότι επιτρέπουν τον κατ’ εξαίρεση σχεδιασμό θέτοντας δικούς τους όρους. Η κατάχρηση του εργαλείου αυτού υπονομεύει τη δυνατότητα συνολικού σχεδιασμού και συνολικών ρυθμίσεων τόσο σε δημοτικό όσο και σε μητροπολιτικό επίπεδο. Προωθούνται εμβόλιμα έργα όχι μόνο από το Δημόσιο αλλά συχνά με την πρωτοβουλία ιδιωτικών φορέων κάνοντας αυθαίρετες οριοθετήσεις που δημιουργούν τελείως διαφορετικές συνθήκες ως προς τις χρήσεις, τα μεγέθη δόμησης και γενικά ως προς όλους τους όρους που αφορούν την ανάπτυξη μιας περιοχής. Το βλέπουμε αυτό και στα κεραμεία Αλλατίνη και στο γήπεδο του ΠΑΟΚ αλλά και στη ΔΕΘ, κάτι που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις. Το Thess ΙΝΤΕC λοιπόν είναι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο μάλιστα συγκεντρώνονται δύο Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια: αυτό του παραλιακού μετώπου και αυτό του ίδιου του Thess INTEC» υπογραμμίζει η κ. Αθανασίου.

Ερωτήματα εξάλλου προκαλεί και το πώς προέκυψε η ανάθεση του συγκεκριμένου έργου σε συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό γραφείο χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιος διαγωνισμός, ανοιχτός ή κλειστός. «Πρόκειται για μια συνολικότερη συνθήκη που υπάρχει στη Θεσσαλονίκη και δεν εμπλέκει τους φορείς της κοινωνίας και τους κατοίκους της πόλης στη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής του χώρου. Αυτό πραγματικά θα εξασφάλιζε και μια πολύ μεγαλύτερη νομιμοποίηση και μεγαλύτερη επιτυχία πιστεύω», τονίζει η Εύη Αθανασίου.

«Υφαρπαγή γης» και πράσινο «ξέπλυμα»

Αυτή η έκταση γης, που σύμφωνα με τον οικονομικό διευθυντή του Thess INTEC Ιωάννη Κακαβάκη «είχε μηδενική αξία», είχε χαρακτηριστεί το 2022 από τον τότε υπουργό Ανάπτυξης Άδωνι Γεωργιάδη ως «ένα από τα ωραιότερα οικόπεδα που μπορεί να βρει κανείς στην Ελλάδα, πάνω στη θάλασσα, δίπλα στο αεροδρόμιο».

«Το άλλο θέμα λοιπόν που θα μπορούσαμε να συζητήσουμε είναι το πώς αυτό το πολύ προνομιακό κομμάτι δημόσιας γης πάνω στην ακτογραμμή παραχωρήθηκε στην ουσία σε έναν ιδιωτικό φορέα. Το ΤΑΙΠΕΔ το παραχώρησε στην Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας κι αυτή με τη σειρά της το παραχώρησε στον φορέα που είναι υπεύθυνος για το Thess INTEC. Αυτό έγινε χωρίς κανένα αντίτιμο. Ένα δημόσιο ακίνητο τελικά κατέληξε να χρησιμοποιείται από έναν ιδιωτικό φορέα χωρίς αντίτιμο για 99 χρόνια. Αυτό πολύ συχνά αναφέρεται και ως υφαρπαγή γης», εξηγεί η κ. Αθανασίου.

Όσον αφορά τη χωροθέτηση και τον σχεδιασμό των κτιρίων, το εν λόγω κατασκευαστικό πρότζεκτ φαίνεται να έχει «ντυθεί» με ένα… πράσινο πέπλο. «Τα κτίρια, απ’ ό,τι διαβάζουμε, προβάλλονται ως “πράσινα” και net zero, δηλαδή όσες ποσότητες διοξειδίου άνθρακα θα εκπέμπουν τόσες θα απορροφούν ή θα αποφεύγουν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως πρόκειται για μια επίφαση, για μια ρητορική marketing και για πράσινο ξέπλυμα (green washing)Διότι εδώ έχουμε μια επένδυση πάνω σε έναν πρώην υγρότοπο και πάνω στην ακτογραμμή που είναι ένα ευαίσθητο οικοσύστημα αλλά και κοινό αγαθό, δηλαδή μια επένδυση με πολλές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, η οποία ξεπλένεται με έναν τέτοιου τύπου “net zero” χαρακτήρα», σημειώνει η κ. Αθανασίου.

Αναζητούνται επενδυτές

Όταν το 2019 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωνε από το βήμα της 84ης ΔΕΘ καταχειροκροτούμενος το μεγαλεπήβολο πρότζεκτ, τόνιζε με εμφατικό τρόπο ότι «αν το έργο δεν αποδείξει έμπρακτα τη βιωσιμότητά του προσελκύοντας ιδιωτικά κεφάλαια για τη χρηματοδότησή του, εντός διετίας, το οικόπεδο θα επιστρέψει στο ελληνικό Δημόσιο». Από την πλευρά του ο επικεφαλής του εγχειρήματος Νίκος Ευθυμιάδης δήλωνε το 2022 ότι «δεν πρόκειται να πάρουμε ούτε ένα ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, αν δεν έχουμε τα πρώτα χρήματα από τους πελάτες μας».

Ωστόσο, πάνω από έξι χρόνια μετά, οι ιδιώτες επενδυτές ακόμη αναζητούνται, ενώ βεβαίως η έκταση δεν έχει επιστρέψει στο Δημόσιο και έχουν εκταμιευθεί ήδη δύο δόσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους πάνω από 20 εκατ. ευρώ

Παρότι στις τελευταίες πέντε –πανομοιότυπες– εκθέσεις διαχείρισης που είναι δημοσιευμένες στο ΓΕΜΗ αναφέρεται ότι το Thess INTEC «στα επόμενα 5-10 χρόνια θα προσελκύσει επενδύσεις από επιχειρήσεις τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό»ότι «θα δημιουργήσει σταδιακά 7.000 θέσεις εργασίας», ότι «περισσότερες από 100 επιχειρήσεις και ερευνητικές ομάδες έχουν εκδηλώσει εγγράφως την πρόθεσή τους να συνεργαστούν» και ότι «το ενδιαφέρον των επιχειρήσεων συνεχώς αυξάνεται»μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία υπογεγραμμένη σύμβαση με ιδιώτες επενδυτές. «Το ενδιαφέρον είναι μέχρι στιγμής εν είδει MOU, δηλαδή memorandum of understanding [μνημόνιο κατανόησης]», παραδέχεται ο Ιωάννης Κακαβάκης. «Δεν υπάρχουν υπογεγραμμένες συμβάσεις εκτός αυτής του ΕΚΕΤΑ. Ένα κομμάτι του πάρκου έχει χρήση ξενοδοχείου. Η Marriot ενδιαφέρεται να κάνει ένα μικρό ξενοδοχείο, περίπου 5.000 τ.μ., και η Input Output, μια αρκετά μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας, ενδιαφέρεται να κάνει ένα κέντρο εκπαίδευσης των στελεχών της και ενδεχομένως και κάποιας μορφής βασικής έρευνας», διευκρινίζει.

Τα σχέδια φαίνεται πως ναυαγούν και για την πολυδιαφημισμένη περίπτωση των δύο επενδυτών από το Ισραήλ, που παρουσιάστηκαν ως οι βασικοί πυλώνες του Thess INTEC. Η μεν Innovation Basecamp παρουσιάστηκε ως innovation partner (εταίρος καινοτομίας) και δήλωνε ότι θα επενδύσει 200 εκατ. ευρώ τα επόμενα 15 χρόνια, το δε fund JTLV που δραστηριοποιείται στον χώρο του real estate είχε υπογράψει προσύμφωνο για απόκτηση δικαιώματος να κτίσει έως 70.000 τ.μ. σε βάθος 10ετίας και option για επιπλέον 40.000 τ.μ., από το σύνολο των 250.000 τ.μ. της χτισμένης έκτασης του Thess INTEC. Ωστόσο και οι δύο δεν θα προχωρήσουν τη συνεργασία τους με το εκκολαπτόμενο τεχνολογικό πάρκο στη Θεσσαλονίκη. «Δεν προχώρησαν οι συζητήσεις μας και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μας έκαναν και εμάς λίγο να μουδιάσουμε. Δεν θα το πω με τρόπο οριστικό, αλλά έχει μουδιάσει το ενδιαφέρον και από τις δύο πλευρές», αναφέρει συγκεκριμένα ο κ. Κακαβάκης. 

«Γραφειακοί χώροι premium ποιότητας» 

Το Thess INTEC είναι μίγμα «καλών πρακτικών» από διεθνή παραδείγματα, ώστε να ταιριάζει στις ιδιαίτερες συνθήκες της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας, όπως σημειώνει ο κ. Κακαβάκης. «Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει σοβαρή έλλειψη γραφειακών χώρων premium ποιότητας και το πάρκο προσπαθεί να καλύψει και αυτή την ανάγκη», αναφέρειΟ ίδιος δεν «βλέπει» διεθνή ανταγωνισμό που ενδεχομένως θα μπορούσε να υπονομεύσει την επιτυχία του πρότζεκτ. «Για πρώτη φορά έχουμε να προσφέρουμε κάτι. Έναν οργανωμένο χώρο υποδοχής τέτοιων επιχειρήσεων. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε αυτός ο χώρος»Σύμφωνα πάντως με τη Διεθνή Ένωση Επιστημονικών Πάρκων και Περιοχών Καινοτομίας (IASP), μόνο στην Ευρώπη δραστηριοποιούνται πάνω από 200 μέλη της.

Σχετικά με τον χρόνο ωρίμανσης του πρότζεκτ και το οικονομικό του αποτύπωμα στην τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα. «Δεν ξέρω πότε θα χτιστούν όλα τα κτίρια, αλλά υποθέτω ότι μετά τη δεκαετία θα έχει αρχίσει να σχηματίζεται στο μεγαλύτερο μέρος τουΜπορεί να είναι το 2035, μπορεί να είναι το 2029, μπορεί το 2038» αναφέρει ο κ. Κακαβάκης. 

Ας σημειωθεί πάντως ότι όλα αυτά τα χρόνια, οι χιλιάδες θέσεις εργασίας και τα… δισεκατομμύρια που θα προστεθούν στο τοπικό ΑΕΠ αναφέρονται με μεγάλη ευκολία, ενώ είναι κοινά αποδεκτό ότι για την ωρίμανση και την ενδεχόμενη οικονομική επιτυχία παρόμοιων σχεδίων χρειάζεται να περάσει μια περίοδος τουλάχιστον δέκα έως είκοσι ετών.

Αυτή τη στιγμή, στους ισολογισμούς και τις εκθέσεις διαχείρισης των τελευταίων τριών ετών η εταιρεία που διαχειρίζεται το πρότζεκτ εμφανίζει αρνητική θέση και έχει μηδενικό κύκλο εργασιών. Το ίδιο διάστημα τα έξοδα διοίκησης που καταγράφονται ξεπερνούν τις 800.000 ευρώ.

Χρειαζόμαστε τεχνολογικά πάρκα σαν το Thess INTEC;

Στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη κάποια τεχνολογικά πάρκα: το Τεχνολογικό Πάρκο «Λεύκιππος» του Δημόκριτου, το Τεχνολογικό Πάρκο Θεσσαλίας, το Επιστημονικό και Τεχνολογικό Πάρκο Ηπείρου στα Ιωάννινα, το Επιστημονικό και Τεχνολογικό Πάρκο Κρήτης και το Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου. Η σχετική ρητορική, η οποία υποστηρίζεται και από την κυβέρνηση, θέλει τα τεχνολογικά πάρκα να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και καινοτομίαςωθώντας σε μια επανάσταση της ψηφιακής τεχνολογίας, ενώ συχνά παρομοιάζονται με τη Silicon Valley, το διασημότερο τεχνολογικό πάρκο παγκοσμίως. Τέτοιου τύπου πάρκα πρωτοεμφανίστηκαν στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 70, όταν η σημασία συγκέντρωσης εφευρετώνεπιστημόνωνπανεπιστημίων και επιχειρήσεων στον ίδιο χώρο ήταν μεγάλη για την ανταλλαγή γνώσεων, ιδεών και καινοτομιών, αλλά και για τη σύνδεση με την αγορά.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Βασίλης Κωστάκης, καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Ταλίν και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, πίσω από τις εντυπωσιακές εταιρικές εγκαταστάσεις και τα αστρονομικά κέρδη των τεχνολογικών κολοσσών κρύβεται μια σκοτεινή πλευρά. «Η εικόνα επιτυχίας αυτών των πάρκων είναι πλασματική. Το τι ορίζεται ως επιτυχία ή αποτυχία είναι, κατά βάση, πολιτικό ζήτημα. Η Silicon Valley, για παράδειγμα, θεωρείται ευρέως επιτυχημένη· ωστόσο το Σαν Φρανσίσκο, η μεγάλη κοντινή πόλη, παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αστέγων στις ΗΠΑ και έντονη κοινωνική ανισότητα – φαινόμενα που συνδέονται ακριβώς με τη Silicon Valley. Η σκοτεινή πλευρά αφορά επίσης τους τεράστιους ενεργειακούς πόρους που απαιτούνται νερό και ηλεκτρισμό αλλά και την εργασία υπό απάνθρωπες συνθήκες σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου πραγματοποιούνται εξορύξεις σπάνιων γαιών και μετάλλων».

Επιπλέον, τεχνολογικά πάρκα όπως το Thess INTEC είναι ξεκάθαρο ότι δεν προωθούν τον διαμοιρασμό, τη διάχυση της γνώσης, τις ανοιχτές τεχνολογίες. Μια δομή που χρηματοδοτείται από δημόσιο χρήμα (όπως το Ταμείο Ανάκαμψης) θα έπρεπε, σύμφωνα με τον κ. Κωστάκη, να είχε ως προϋπόθεση την προσέλκυση συνεργατικών εγχειρημάτων και εταιρειών που θα παράγουν ανοιχτό λογισμικό προσβάσιμο από όλους τους πολίτες. «Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Ως εκ τούτου, τέτοιου τύπου πάρκα κατά κανόνα παράγουν κλειστές τεχνολογίες που περιορίζουν τις ελευθερίες των χρηστών. Απέναντι στον μονόδρομο της υψηλής, κλειστού τύπου τεχνολογίας υπάρχει και εναλλακτική: η ανοιχτή τεχνολογία μικρής κλίμακας, τοπικά παραγόμενη, με επιχειρηματικά μοντέλα που διασφαλίζουν κοινωνική διαφάνεια, δεν οδηγούν σε καταστροφή οικοσυστημάτων και δεν εντείνουν την εκμετάλλευση».

Γιατί;

Υπάρχουν λοιπόν κάποια πολύ κρίσιμα ζητήματα: για τον τρόπο με τον οποίο παραχωρήθηκε δωρεάν μια μεγάλη έκταση γης σε έναν ιδιωτικό φορέα, για το ανεμπόδιστο μπάζωμα ενός υγροτόπου αντίθετα με την πρακτική που επικρατεί στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, αλλά και για την υπεραισιοδοξία που εκφράζεται στον δημόσιο διάλογο σχετικά με την επιχειρηματική επιτυχία του τεχνολογικού πάρκου και το οικονομικό αποτύπωμά του στην ευρύτερη περιοχή

Η απάντηση βρίσκεται στα εύγλωττα λόγια του ίδιουτου προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Thess INTEC, Νίκου Ευθυμιάδη, σε πρόσφατη συνέντευξή του: «Για έργα μεγάλης κλίμακας, όπως το Thess INTEC, ο ρόλος του ευρύτερου Δημοσίου είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και ωφέλιμος. Δεν υπάρχει ιδιωτικό κεφάλαιο στην Ελλάδα που θα μπορούσε να διαθέσει 700 στρέμματα στο θαλάσσιο μέτωπο, δίπλα στο αεροδρόμιο, για ένα κέντρο καινοτομίας. Δεν υπάρχει ιδιωτικός φορέας που θα μπορούσε να εγγυηθεί τη νομιμότητα, τη σκοπιμότητα και την κοινωνική αποδοχή ενός τέτοιου στρατηγικού έργου, όπως μπορούν και κάνουν οι εκλεγμένες κυβερνήσεις και η τοπική αυτοδιοίκηση».

Για άλλη μια φορά, δηλαδή, το Δημόσιο σπεύδει να συνδράμει με κάθε μέσο μια ιδιωτική πρωτοβουλία, η οποία αμφίβολο είναι αν και πότε θα μπορέσει να ανταποδώσει κάτι στην τοπική κοινωνία. Και το ερώτημα είναι: Γιατί;