Η Παραγωγική Ανασυγκρότηση της χώρας, ο ρόλος της Γεωργίας και η προστασία του Πλανήτη

ΑΡΘΡΟ

Ο Άνεμος Ανανέωσης και το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ Ελλάδας έχουν ξεκινήσει έναν ουσιαστικό διάλογο με ερευνητές/τριες, εκπροσώπους επαγγελματικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών φορέων καθώς και ειδικούς για την Πράσινη Συμφωνία (Green Deal) και τι θα σήμαινε αυτή για την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε τέσσερεις θεματικούς τομείς:

  • Κλίμα και ενέργεια
  • Αγρο-διατροφικός τομέας
  • Κατοικία, πόλη, μετακινήσεις
  • Πράσινη χρηματοδότηση

και σε τέσσερεις οριζόντιες πολιτικές:

  • κοινωνική συνοχή, κοινωνική πολιτική, κοινωνικός πυλώνας
  • εκπαίδευση, νεολαία, απασχόληση
  • διάσταση φύλου, κοινωνικές ανισότητες και διακρίσεις
  • κοινωνική επιχειρηματικότητα, κοινωνική κι αλληλέγγυα οικονομία

Στόχος είναι να διαμορφωθεί μέσα από μια συστηματική διαβούλευση μια πρόταση για ένα Green Deal που δεν θα αφήνει κανένα/καμία πίσω αλλά και θα συμβάλλει στην δημιουργία ένα νέου παραγωγικού – καταναλωτικού μοντέλου. Στο πλαίσιο αυτό ξεκινήσαμε την δημοσίευση μιας σειράς άρθρων στα θέματα αυτά.

Agricaltural fields around Morozini Aqueduct mainly with grapes

Δημοσιεύουμε το δέκατο τρίτο (13) άρθρο στη σειρά αυτή, της Κατερίνας Μυλωνά – κτηνιάτρου και μέλους των ΦΙΛΩΝ της ΦΥΣΗΣ και του Δικτύου SEATTLE TO BRUSSELS – που αναφέρεται στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, το ρόλο της γεωργίας και την προστασία του Πλανήτη


Ο πλανήτης βρίσκεται σε πολλαπλή κρίση: υγειονομική, πολιτική, οικονομική, επισιτιστική και περιβαλλοντική με συνεπακόλουθο την αύξηση της πείνας, της φτώχειας, των ανισοτήτων και την απώλεια της βιοποικιλότητας.

Ο ρόλος της Γεωργίας και των αγροτών αναδεικνύεται σε καθοριστικό για τη διαφύλαξη της βιοποικιλότητας και τη διατήρηση της συνοχής στην ύπαιθρο. Το συγκριτικό μειονέκτημα της Ελλάδας – ο μικρός κλήρος, οι μικρές οικογενειακές αγροτικές εκμεταλλεύσεις και η ορεινή και η νησιωτική διαμόρφωση – αναδεικνύεται σε συγκριτικό πλεονέκτημα για την παραγωγή πολλών, ποιοτικών και διαφοροποιημένων αγροτικών προϊόντων και τροφίμων, τα οποία – μαζί με την επισιτιστική επάρκεια των κατοίκων της χώρας – αποτελούν την ικανή και αναγκαία συνθήκη για να στηριχτεί η παραγωγική ανασυγκρότηση του αγρο-διατροφικού τομέα στην Ελλάδα.

Μέχρι τώρα, όλες οι έρευνες αφορούν στις επιπτώσεις της Γεωργίας στην κλιματική αλλαγή. Τώρα, βρίσκονται σε εξέλιξη μελέτες με θέμα τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη Γεωργία.

Για να μπορέσει μια χώρα να ανταποκριθεί στις ανάγκες των κατοίκων/πολιτών της και να σταθεί σε διεθνές επίπεδο πρέπει πρωταρχικά να έχει ανεπτυγμένους και τους τρεις τομείς της οικονομίας, τον πρωτογενή, το δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα. Η ελληνική οικονομία μετά τη μεταπολίτευση, τουλάχιστον, βασίστηκε στην κατανάλωση (τριτογενής τομέας) και όχι στον πρωτογενή τομέα, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της χώρας να γίνεται όλο και πιο αρνητικό, λόγω των όλο και πιο αυξημένων εισαγωγών πρώτων υλών και προϊόντων – τροφίμων και άλλων – του πρωτογενούς τομέα σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και κυρίως στον αγροτικό και κυρίως στην εισαγωγή ζωοκομικών προϊόντων. Κάποιες χρονιές έφθασε, μάλιστα, το συνάλλαγμα για την εισαγωγή ζωοκομικών προϊόντων να ξεπεράσει ή να προσεγγίσει το συνάλλαγμα για την εισαγωγή καυσίμων.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας συνδέεται με τον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της. Από την άλλη πλευρά, καθοριστικοί συντελεστές γι’ αυτήν είναι το ανθρώπινο δυναμικό και οι στόχοι που τίθενται.

Στην Ελλάδα ποτέ στα μεταπολεμικά χρόνια – για να μην πάμε πιο πίσω – δεν υπήρξε ένα σχέδιο παραγωγικής συγκρότησης, ώστε με βάση αυτό να σχεδιάζουμε και να προγραμματίζουμε. Η χώρα πορεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια με βάση το τυχαίο, το οποίο εξυπηρετούσε τους εκλογικούς σχεδιασμούς της εποχής και της συγκυρίας. Το ανθρώπινο δυναμικό παρέμεινε ανοργάνωτο ή στην καλύτερη περίπτωση άναρχα και ευκαιριακά οργανωμένο. Το συνεταιριστικό κίνημα οδηγήθηκε στην απαξίωσή του. Οι οικονομικοί πόροι διατέθηκαν αποσπασματικά και περιστασιακά και κυρίως με επιλογές κέντρων εκτός Ελλάδας. Εντός Ελλάδας το θέμα περιοριζόταν στο πόσα χρήματα θα «έμπαιναν» στη χώρα και όχι στο ποιους κλάδους θα ενισχύαμε και γιατί. Οι παραγωγικοί/πλουτοπαραγωγικοί πόροι και καταστάσεις (γη, νερό, κλίμα) διατέθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν χωρίς όρους βιωσιμότητας, και κατασπαταλιόνται.

Η πανδημία μας έχει διδάξει πολλά, αν μπορούμε βέβαια να λάβουμε τα μηνύματα και να τα αξιολογήσουμε, όπως πρέπει. Κάποιοι – αιθεροβάμονες – νοσταλγούν την προηγούμενη κατάσταση και περιμένουν να επιστρέψουμε σ’ αυτήν, όταν «τελειώσει» η πανδημία. Πρέπει να είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην προτέρα κατάσταση και να τα κάνουμε όπως πριν, γιατί, επειδή τα κάναμε έτσι, φθάσαμε εδώ που είμαστε και ως προς την Υγεία και το ΕΣΥ και ως προς την κλιματική αλλαγή και ως προς την οργάνωση της παραγωγής, της κοινωνίας, της πολιτικής ζωής.

Η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου μέσω των Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου – διμερών τα τελευταία χρόνια – και η απουσία ουσιαστικής ρύθμισης των αγορών παγκοσμίως έχουν οδηγήσει τους αγρότες να πωλούν συχνά σε τιμές κάτω του κόστους και τις εκμεταλλεύσεις τους σε μια μη βιώσιμη –  οικονομικά – κατάσταση, ενώ οι καταναλωτές αγοράζουν την τροφή τους όλο και ακριβότερα (αθέμιτες εμπορικές πρακτικές).

Οι Διατλαντικές Συμφωνίες Ελεύθερου Εμπορίου (TTIP, CETATiSA και οι διμερείς, στις οποίες μετεξελίχθηκαν) έρχονται να ελέγξουν, όχι μόνο την παραγωγή και την εμπορία των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων, αλλά και τους όρους και τις συνθήκες που αυτά παράγονται και τους όρους διαπραγμάτευσης των δικαιωμάτων των πολιτών και των ίδιων των κρατών να επιλέγουν πώς και τι θα παράγουν, τι θα καταναλώνουν = ουσιαστικά το δικαίωμά μας στην κυριαρχία/επιλογή της τροφής.

Πράσινη Συμφωνία για την Ευρώπη

Στις 27 Μαΐου 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε την πρότασή της  «Από το αγρόκτημα στο πιάτο – Μια στρατηγική για ένα δίκαιο, υγιές και φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα τροφίμων»,  και την πρόταση για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας, ενταγμένη στη Νέα Πράσινη Συμφωνία για την Ευρώπη. Σίγουρα, πρόκειται για μια πολύ φιλόδοξη πρόταση.

Οι μεγάλες αγροτικές ενώσεις στην Ευρώπη την αμφισβητούν και αντιτίθενται σ’ αυτήν την πολιτική πρόταση της  Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο λόγος είναι προφανής: οι μειωμένες αποδόσεις – άρα και τα κέρδη – λόγω της μειωμένης χρήσης λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων, κτηνιατρικών φαρμάκων και της συμμόρφωσης προς την ηθολογία των ζώων.

Πρέπει να είναι σαφές, ότι η δυναμική της οποιασδήποτε πρότασης για την αγροτική παραγωγή υπερβαίνει τα ενδιαφέροντα μιας ομάδας πολιτών (των αγροτών). Αφορά σε ολόκληρη την κοινωνία και συνεπώς έχει ή μπορεί να αποκτήσει πολιτική αξία. Σε μια εποχή έλλειψης τροφίμων εξακολουθεί να προβάλλεται το επιχείρημα ότι μόνο η αυξημένη παραγωγή μπορεί να λύσει το πρόβλημα της πείνας, και ότι μόνο οι μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις μπορούν να παράγουν περισσότερες τροφές για να θρέψουν τον ολοένα αυξανόμενο πληθυσμό της γης. Και το επιχείρημα αυτό συνεχίζει να επαναλαμβάνεται χρόνια μετά την διαπίστωση από τις λεπτομερείς σχετικές έρευνες, ότι το παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας δεν είναι τεχνολογικό, αλλά κοινωνικό και πολιτικό.

Στόχος της πολιτικής μας πρότασης πρέπει να είναι η συγκρότηση του αγρο-διατροφικού τομέα της χώρας με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επάρκεια στα βασικά διατροφικά είδη (επισιτιστική ασφάλεια), την παραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων με σεβασμό στο περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι συνεταιρισμοί αποτελούν βασικό πυλώνα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας σε όλους τους τομείς.

Η κατεύθυνση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής

Η κατεύθυνση της ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) είναι προς μια ανταγωνιστική γεωργία της μεγέθυνσης, που σημαίνει, ότι στόχος δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος της επισιτιστικής ασφάλειας (της τροφής δηλαδή), αλλά οι εξαγωγές κι αυτό θεωρούμε ότι είναι λάθος.

Ο τρόπος παραγωγής, δηλαδή η επιλογή μεταξύ των συμβατικών αγρο-συστημάτων ή της ολοκληρωμένης διαχείρισης (με ελεγχόμενη χρήση επιβαρυντικών εισροών) ή τη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία (με απαγόρευση χρήσης επιβαρυντικών εισροών) αποτελεί ουσιαστικά το πρότυπο ζωής που επιλέγουμε, την ποιότητα της τροφής μας και το περιβάλλον στον πλανήτη που επιλέγουμε να ζούμε και αυτό είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση και η βιολογική γεωργία.

Σχετικά με την ενίσχυση και τη στήριξη του αγροτικού τομέα και των προϊόντων του, προτείνουμε ένα νέο μοντέλο γεωργικών ενισχύσεων το οποίο θα καθορίζεται με βάση τα αγρο-οικολογικά πρότυπα, κι αυτό σημαίνει όχι στη μεγέθυνση, όχι στην εντατικοποίηση, ναι στην ποιοτική Γεωργία, ναι στην προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Η πρότασή μας αναφέρεται σε μια ΚΑΠ που θα συμβάλλει στην επισιτιστική ασφάλεια των πολιτών της ΕΕ (αλλά και όλων των κατοίκων του πλανήτη στο μέτρο που της αναλογεί), στην προστασία της δημόσια υγείας και του περιβάλλοντος.

 

  • Μια ΚΑΠ που δεν θα ακυρώνει την πολιτική «από το αγρόκτημα στο πιάτο» και την πολιτική «για τη μείωση της απώλειας της βιοποικιλότητας», επιτρέποντας και πολλές φορές  πριμοδοτώντας τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων που κάθε άλλο παρά προάγουν τη βιοποικιλότητα και την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
  • Μια ΚΑΠ που σωστά νομοθετεί ενάντια στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές,  χωρίς όμως να συνάπτει διμερείς πλέον εμπορικές συμφωνίες τύπου Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου που  στραγγαλίζουν τη διακίνηση των προϊόντων μικρών παραγωγών απαγορεύοντάς τους ουσιαστικά να παράγουν, ενώ οι διασφαλίσεις για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον θα θεωρούνται εμπόδια για το ελεύθερο εμπόριο.
  • Μια ΚΑΠ που θα προωθεί τις σύντομες αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων, που έτσι θα προστατεύει επιπλέον το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, χωρίς να επιδοτεί το εμπόριο σε τρομερά μακρινές αποστάσεις.

Καταναλωτικό μοντέλο

Οι πολυεθνικές εταιρείες πασχίζουν για υψηλότερη παραγωγή και υψηλότερες αποδόσεις με σκοπό το υψηλότερο κέρδος, Στην αρχή, αυτό γινόταν. Τώρα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει και υπάρχουν ήδη τα πρώτα δείγματα για μείωση της παγκόσμιας παραγωγής τα τελευταία χρόνια.

Το καταναλωτικό μοντέλο προκύπτει από την επιλογή που έχουν κάνει οι πολυεθνικές εταιρείες, οι Αγορές δηλαδή, για μας και τις ανάγκες μας. Κατευθύνουν, έτσι, τα πράγματα σε παγκόσμιο επίπεδο, δημιουργώντας τεχνητή ζήτηση, ώστε να παράγεται ό, τι θέλουν, αδιαφορώντας για την υγεία των πολιτών ή για το περιβάλλον. Αποτέλεσμα είναι οι «νόσοι του πολιτισμού», όπως τις λέγαμε παλαιότερα, οι πανδημίες τώρα και βέβαια η διαταραχή των οικοσυστημάτων και η κλιματική αλλαγή.

Θεωρούμε, ότι πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η διατροφική ανεξαρτησία, δηλαδή η κυριαρχία της τροφής, δηλαδή η πρόσβαση όλων των ανθρώπων πάνω στη γη σε επαρκή, ποιοτική και υγιεινή τροφή. Αυτό ισχύει για τη χώρα μας, αλλά και για όλον τον κόσμο, με δεδομένα αφενός την ουσιαστική κατάργηση των συνόρων, αφετέρου την αίσθηση οικουμενικότητας που διακρίνει ζητήματα όπως η τροφή.

Ενιαία Υγεία (Ζώα – Άνθρωπος -Περιβάλλον)

Με αφορμή την πανδημία COVID-19, γίνεται μια προσπάθεια να διερευνηθεί η αιτία μετάδοσης και επέκτασης σε όλο τον κόσμο του ιού SARS-CoV-2. Οι σχετικές μελέτες και έρευνες συγκλίνουν και στις αιτίες και τις αφορμές που προκαλούν τις πανδημίες και στις συνέπειες που προκαλούν στην υγεία και την κοινωνικότητα των ανθρώπων, στην οικονομία και στο περιβάλλον.

Οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι δύο σημαντικότεροι παράγοντες που ευνόησαν την εμφάνιση της COVID, του Ebola, του SARS και του HIV, των τεσσάρων μεγάλων νεο-εμφανισθεισών ασθενειών των τελευταίων 50 ετών είναι η καταστροφή των τροπικών δασών και το εμπόριο προϊόντων της άγριας φύσης.
Μπορεί οι αιτίες να είναι διαφορετικοί ιοί, που υπάρχουν στην άγρια φύση, αλλά όπως και όλοι οι μολυσματικοί παράγοντες (μικρόβια, ιοί, παράσιτα κλπ) πολλαπλασιάζονται και προκαλούν ασθένειες, μόνο όταν δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον γι’ αυτούς.

Δύο άλλοι σημαντικοί παράγοντες που συμβάλλουν καθοριστικά είναι ο τρόπος παραγωγής και διακίνησης των αγρο-διατροφικών προϊόντων, καθώς και οι ολοένα και πιο έντονες αλληλεπιδράσεις μεταξύ ανθρώπων, ζώων και φυσικού κόσμου.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι, πώς μπορεί να διορθωθεί αυτό, τι μπορούμε να κάνουμε;

Μήπως πρέπει να αλλάξουμε κάποια πράγματα στον τρόπο που παράγουμε, στον τρόπο που καταναλώνουμε, στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε, αντιμετωπίζουμε και χρησιμοποιούμε τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους του πλανήτη;

Μήπως πρέπει να δούμε τα πράγματα ως ένα σύνολο και όχι το καθένα μόνο του;