
Τις προσωπικές σκέψεις και εντυπώσεις του από την εκδήλωση «Τοπία που χάνονται» καταθέτει ο δημοσιογράφος Θοδωρής Χονδρόγιαννος. Η τετραήμερη αυτή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο νησάκι του Αιτωλικού στις 6-9 Μαρτίου 2025 με σκοπό την εξερεύνηση της ευάλωτης λιμνοθάλασσας της περιοχής μέσα από την τέχνη, την έρευνα και συμμετοχικές δράσεις. Ήταν η κορύφωση ενός διετούς ερευνητικού προγράμματος του Χώρου Τέχνης Tavros, το οποίο μας καλεί να βρούμε τα εργαλεία που θα μας βοηθήσουν να προσαρμοστούμε στον ριζικά μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Υποστηρικτής του πρότζεκτ μεταξύ άλλων ήταν το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης.

Στις αρχές Μαρτίου είχα την ευκαιρία να βρεθώ στο Αιτωλικό και να παρακολουθήσω από κοντά ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις και συζητήσεις στο πλαίσιο της τετραήμερης συνάντησης πολιτισμού με τίτλο «Τοπία που χάνονται» (Vanishing Landscapes).
Στόχος της συνάντησης ήταν να προβληματίσει –και να κινητοποιήσει– σχετικά με τη διατήρηση και την ανάδειξη τόπων που αλλοιώνονται, φαινόμενο το οποίο με τη σειρά του αλλοιώνει όσα μας συνθέτουν ως όντα που γεννιούνται, μεγαλώνουν και δρουν σ’ έναν συγκεκριμένο χωροχρόνο.
Η εμπειρία και οι κουβέντες με τις συντελέστριες και τους ντόπιους του Αιτωλικού με έφεραν αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα και μια πρόκληση.
Κοινωνός αυτού του προβλήματος γίνεται πρώτα και κύρια, καθώς επίσης καθημερινά και βιωματικά, ο άνθρωπος που επιβιώνει στην ελληνική επαρχία και, σ’ ένα δεύτερο κι αρκετά πιο επιδερμικό επίπεδο, εμείς που κάθε τόσο δραπετεύουμε απ’ το αστικό περιβάλλον αναζητώντας λίγο χώρο και χρόνο στην απλωσιά της. Κι αυτό το πρόβλημα δεν είναι άλλο από τη βαθιά και παρατεταμένη πλέον παρακμή της περιφέρειας, παραγκωνισμένης κι εν πολλοίς παραμελημένης απ’ την πολιτεία, αλλά κι από εμάς που συχνά την αντιμετωπίζουμε σαν γραφικό καταφύγιο των βουκολικών διαλειμμάτων μας, πριν την εγκαταλείψουμε μετά τη ζάλη των εορτών ή του καλοκαιριού για να επιστρέψουμε στις μεγαλουπόλεις και να καλύψουμε εκεί τις πολυεπίπεδες –πραγματικές ή επίπλαστες– ανάγκες μας. Χωρίς, ας είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, να χολοσκάμε ιδιαίτερα για το πώς τη βγάζουν όσες κι όσοι μένουν πίσω. Στα μικρά του παρόντος και τα μεγάλα του μέλλοντος. Τον χειμώνα, τον αληθινό ή τον αλληγορικό, αυτόν που στην ύπαιθρο κρατά όλες τις εποχές του χρόνου.
Μαρασμός και εκφυλισμός
Ο μαρασμός της ελληνικής επαρχίας και ο εκφυλισμός των φυσικών κι ανθρώπινων αρμών της με συνάντησαν από τις πρώτες στροφές του ταξιδιού μου προς το Αιτωλικό. Πράγματι, ήταν αρκετό ν’ αφήσω λίγα χιλιόμετρα πίσω μου το ασφυκτικό τσιμέντο του Κηφισού, τα τεταμένα νεύρα των αυτοκινήτων και το αποπνικτικό καυσαέριο απ’ τις εξατμίσεις των λεωφορείων στον σταθμό του ΚΤΕΛ, για ν’ αρχίσω να διακρίνω, πλάι στην ευλογία της καθαρής θάλασσας, των πράσινων βουνών και του φρέσκου αέρα, τη μεγάλη πτώση της περιφέρειας απ’ τον παράδεισό της. Την έλλειψη των υποδομών με εξαίρεση το ελληνικό φασάντ των κεντρικών αυτοκινητόδρομων. Την απώλεια του φυσικού περιβάλλοντος λόγω πυρκαγιών και φυσικών καταστροφών. Τη γήρανση του ανθρώπινου δυναμικού. Την ερήμωση χωριών κι επαρχιακών πόλεων.
Στην Ελλάδα των πολλαπλών αντιφάσεων, οι αντιθέσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο τέμνουν τη χώρα στα δύο. Από τη μία, το άστυ σαν να πορεύεται κρατώντας παραμάσχαλα εξουσία, κονδύλια, πληθυσμό. Κι απ’ την άλλη, η επαρχία σαν να στέκει στάσιμη και μόνη. Γραφική για τους επισκέπτες της. Αβίωτη για όσες κι όσους τη ζουν καθημερινά.
Αυτή ήταν κι η πρώτη μου εντύπωση όταν πάτησα το πόδι μου στη στάση του υπεραστικού στο Αιτωλικό. Όταν πρωτομίλησα με τους ανθρώπους του. Αυτούς που, όποιες λέξεις κι αν βάλουν στο στόμα τους, διηγούνται τη μοίρα του τόπου τους σαν μοιρολόι με τους ίδιους δυσοίωνους και στενάχωρους στίχους. Ευκαιρίες για προκοπή όλο και λιγότερες, φτώχεια όλο και πιο διάχυτη. Και τα παιδιά, αυτά τα λίγα που θα γεννηθούν εδώ, πάνε για όπου βρουν. Όπου φύγει, φύγει.
Ακόμα κι η πινακίδα της τηλεματικής στη στάση του λεωφορείου που ενημερώνει πως το επόμενο δρομολόγιο θα περάσει σε εβδομήντα πέντε λεπτά, ακόμα κι οι ξεφτισμένοι τοίχοι του παλιού κινηματογράφου, που αργότερα έγινε πιτσαρία αλλά ούτε κι αυτή κατάφερε να φτουρήσει· όλα γύρω μου αποτυπώνουν τη δυναμική των πραγμάτων. Ή, μάλλον, την έλλειψη δυναμικής.
Απτές ιδέες, ρεαλιστικές προτάσεις
Τώρα θα μου πείτε, τι νόημα έχει η περιγραφή της επαρχιακής μας τραγωδίας; Έχει και παραέχει, θα σας πω. Κι αυτό γιατί η τραγωδία διαθέτει στο τέλος κάθαρση. Επιμύθιο αισιόδοξο.
Το απόγευμα της Παρασκευής 6 Μαρτίου, είχα την τύχη να συντονίσω μια ανοιχτή συζήτηση στο πλαίσιο των «Τοπίων που Χάνονται». Σε αυτήν συμμετείχαν, εκτός των ντόπιων και των ενδιαφερομένων, η επιμελήτρια της εκδήλωσης Μαρία-Θάλεια Καρρά, ο χαράκτης και εικαστικός Γιάννης Παπαδόπουλος, ο αρχιτέκτονας της ομάδας hiboux ARCHITECTURE Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, ο ζωγράφος, χαράκτης και πρόεδρος του Πολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου «Το Αιτωλικό» Μιχάλης Κότσαρης και η πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών του Λαογραφικού Μουσείου Αιτωλικού Φωτεινή Ξεσφίγγη.
Το αισιόδοξο εν προκειμένω είναι ότι –παρά την πλήρη απουσία της κεντρικής διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία κατά τη γνώμη μου προδίδει μια κάποια απόστασή τους από τις έγνοιες των διοικουμένων τους– ντόπιες και ντόπιοι ήταν εκεί για ν’ ανοίξουν την κουβέντα σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη του τόπου τους και τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Για να προτείνουν απτές ιδέες. Την αναβάθμιση, μέσω διορισμού διοίκησης και χρηματοδότησης, του Κέντρου Χαρακτικών Τεχνών - Μουσείου Βάσως Κατράκη (επίσης παραμελημένου από την πολιτεία, με συνέπεια να «μοιάζει με αποθήκη», κατά τον χαράκτη Κότσαρη) ως «γεννήτριας συμβάντων» με σκοπό την περιφερειακή προώθηση του Αιτωλικού στη βάση του πολιτιστικού κεφαλαίου του και της ιστορίας του. Την ανάδειξη του εμβληματικού έργου της Κατράκη για την αναζωογόνηση τόσο της πόλης όσο και των σχέσεων πολιτών, τοπικής αυτοδιοίκησης και κεντρικής διοίκησης. Τη διαμόρφωση ενός οικοσυστήματος ανθρώπων που θα συμπράξουν με επίκεντρο την περιφέρεια, διεκδικώντας συνεργασία και όχι ελεημοσύνη από τα εθνικά κέντρα εξουσίας και συγκεκριμένα την Αθήνα. Την προσέλκυση πόρων που δεν θα συνδυαστεί με φαραωνικά έργα πέραν της φέρουσας ικανότητας του τόπου και την καταστροφή του φυσικού του πλούτου, κάτι που ευτυχώς δεν κατόρθωσε η τσιμεντοποίηση της Χούντας, αλλά στέκει σήμερα σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από πολλά μέρη της χώρας στο όνομα του εφήμερου κέρδους από την τσέπη των τουριστ(ρι)ών. Την προσπάθεια ενίσχυσης τοπικών πολιτιστικών δραστηριοτήτων μέσω της προοπτικής μιας σχολής χαρακτικής και της αναβίωσης παραδόσεων, όπως της υφαντικής, δραστηριότητας που χάρη στον αργαλειό ήταν ζώσα εμπειρία σε πολλά νοικοκυριά του Αιτωλικού και, πέρα από την ντόπια ταυτότητα, ενίσχυε με εισόδημα σημαντική μερίδα των οικογενειών του.
Το επίσης αισιόδοξο από την τετραήμερη πολιτιστική συνάντηση ήταν ότι οι ιδέες συνοδεύτηκαν από εκθέσεις και καλλιτεχνικές δραστηριότητες, οι οποίες ανέδειξαν τη ρεαλιστικότητα των προτάσεων και το θετικό αποτύπωμα που θα μπορούσαν εν τοις πράγμασι να έχουν στην τοπική κοινωνία. Η ανοιχτή στο κοινό έκθεση του Μουσείου Βάσως Κατράκη, τα εργαστήρια χαρακτικής για μέλη της φοιτητικής κοινότητας της Φλώρινας, το θεατρικό εργαστήριο για παιδιά και τους κηδεμόνες τους, οι περφόρμανς και οι προβολές ταινιών σε έναν τόπο που στερείται ακόμα και του σινεμά, η βαρκάδα με τους ντόπιους ψαράδες στη λιμνοθάλασσα· όλες αυτές οι δράσεις κατόρθωσαν να ζωντανέψουν το Αιτωλικό και να φέρουν κοντά τους ανθρώπους του, όσους ζουν σε αυτόν κι όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία και τον φυσικό του πλούτο.
Δύσκολο παρόν, αλλά όχι χαμένο μέλλον
Καθώς το υπεραστικό με γυρνούσε στη στενότητα της Αθήνας, το μυαλό μου παρέμενε στο Αιτωλικό και πώς το παράδειγμά του μπορεί να γίνει παράδειγμα για κάθε τόπο της ελληνικής επαρχίας. Ο οποίος, αν και παραμελημένος από την πολιτεία, αν και ξεχασμένος εν πολλοίς κι από εμάς, δεν έχει καταστραφεί από την άναρχη δόμηση, τη βίαιη αλλαγή χρήσεων γης και την απώλεια φυσικών και ανθρώπινων τοπίων στο όνομα αυτού που μόνο κατ’ ευφημισμό αποκαλείται «εθνικό μοντέλο ανάπτυξης». Κι αυτό το δεδομένο τού προσφέρει, του Αιτωλικού και κάθε ανάλογου τόπου, μια μοναδική ευκαιρία. Να σκεφτεί με τους ανθρώπους του, όσους τον ζουν κι όσους τον αγαπούν, πώς θα αφήσει πίσω του τις συνθήκες που τον κάνουν να χάνεται, αλλά και πώς θα πλάσει το μέλλον του με όρους βιωσιμότητας και μακριά από νόρμες μη βιώσιμης ανάπτυξης που θα οδηγούσαν σε ανάλογη απώλειά του.
Αυτό, νομίζω, είναι το αισιόδοξο για το Αιτωλικό, το κάθε Αιτωλικό: το γεγονός ότι το παρόν δείχνει δύσκολο, μα το μέλλον δεν είναι χαμένο. Εξαρτάται από το πού θα αποφασίσουμε να το πάμε.