Η ελληνοβουλγαρική συνεργασία στον τομέα της ενέργειας πρέπει να είναι βιώσιμη

ΑΡΘΡΟ

Η συνεργασία μεταξύ της Βουλγαρίας και της Ελλάδας σε έργα που σχετίζονται με την ενέργεια έχει κερδίσει πρόσφατα μεγάλη προσοχή τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι δύο χώρες διερευνούν τις δυνατότητες μετριασμού της πρωτοφανούς κρίσης των τιμών της ενέργειας και των απειλών για την ενεργειακή ασφάλεια που απορρέουν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Greek-Bulgarian collaboration energy

Σχέδια για το ορυκτό αέριο και τα πυρηνικά

Ο πρώτος πυλώνας της συνεργασίας που διερευνάται επικεντρώνεται στη βελτίωση της διασύνδεσης των υποδομών ορυκτού αερίου μεταξύ των δύο χωρών. Συγκεκριμένα, ο ευρέως διαφημιζόμενος αγωγός διασύνδεσης ορυκτού αερίου Ελλάδας - Βουλγαρίας (IGB) βρίσκεται στο τελικό στάδιο κατασκευής. Στην πρώτη φάση λειτουργίας του αναμένεται να προσφέρει αμφίδρομη ικανότητα μεταφοράς 3 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων (bcm) ορυκτού αερίου ετησίως, ενώ μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης η χωρητικότητα μπορεί να αυξηθεί έως και 5 bcm ετησίως. Το έργο αποτελεί κοινοπραξία μεταξύ της ελληνικής IGI Poseidon (50%) και της βουλγαρικής Energy (50%). Επιπλέον, η Ελλάδα σχεδιάζει την κατασκευή ενός πρόσθετου τερματικού σταθμού υγροποιημένου ορυκτού αερίου (LNG) στην Αλεξανδρούπολη, ο οποίος θα μπορεί να παραδίδει 5 δισ. κυβικά μέτρα ορυκτού αερίου ετησίως από άλλες χώρες εκτός της Ρωσίας. Ένα μέρος αυτών των ποσοτήτων LNG θα μεταφερθεί στη Βουλγαρία προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη ορυκτού αερίου της Βουλγαρίας που προκλήθηκε από την πρόσφατη απόφαση της Ρωσίας να σταματήσει την προμήθεια ορυκτού αερίου στη Βουλγαρία. Και τα δύο αυτά σχέδια τυγχάνουν της υποστήριξης της πλειοψηφίας του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα και τροφοδοτούν το παλιό «όνειρο» να γίνει η χώρα «ενεργειακός κόμβος» στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Εκτός από τις υποδομές ορυκτού αερίου, οι δύο χώρες έχουν επίσης εμπλακεί σε συνομιλίες για την κατασκευή ενός νέου πυρηνικού σταθμού στη Βουλγαρία, ο οποίος, σύμφωνα με διάφορες πηγές, θα πωλεί ένα μέρος της ηλεκτρικής του ενέργειας στις ελληνικές βιομηχανίες. Ωστόσο, η πραγματική υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου φαίνεται μακρινή, καθώς το θέμα του καθορισμού του τιμήματος είναι άλυτο και δύσκολο να προσδιοριστεί, όπως και το νομικό ζήτημα για το αν η ευθύνη –σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος– μπορεί να μεταφερθεί αναλογικά στην Ελλάδα. Επιπλέον, η Βουλγαρία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους δύο αγορασμένους ρωσικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες λόγω των κυρώσεων που έχει επιβάλει η ΕΕ στη Ρωσία. Επιπλέον, η κατασκευή εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί το νωρίτερο σε έξι έως οκτώ χρόνια, γεγονός που καθιστά μια τέτοια επένδυση άσχετη με το πλαίσιο της υπέρβασης της εξάρτησης από το ρωσικό ορυκτό αέριο. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ανοιχτά τη συμπερίληψη της πυρηνικής ενέργειας στον κανονισμό της Βιώσιμης Χρηματοδότησης (EU Sustainable Finance Taxonomy), ο οποίος, εάν εγκριθεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, θα διευκολύνει τη χρηματοδότηση πυρηνικών έργων, αντανακλά τη σοβαρότητα με την οποία η Ελλάδα εξετάζει μια τέτοια φρικτή πολιτική επιλογή για την κάλυψη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στο μέλλον, ακόμη και όταν διαβεβαιώνει το εθνικό και άλλο κοινό ότι δεν έχει σχέδια για την ανάπτυξη τέτοιων υποδομών στο δικό της σεισμογενές έδαφος.

Τα προαναφερθέντα σχέδια ανάπτυξης υποδομών ορυκτού αερίου και νέων πυρηνικών εργοστασίων φέρνουν στο φως το θεμελιώδες ερώτημα κατά πόσον οι επενδύσεις αυτές αποτελούν υγιή και ρεαλιστική βάση για τη συνεργασία μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών στον κρίσιμο ενεργειακό τομέα.

Το πλαίσιο πολιτικής της ΕΕ

Για την αντιμετώπιση του ερωτήματος αυτού είναι σημαντικό να εξεταστούν οι προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και οι αντίστοιχες ροές χρηματοδότησης. Στην εποχή της Πράσινης Συμφωνίας της ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Νόμου και της νομοθετικής δέσμης «fitfor55», η απάντηση φαίνεται συντριπτικά αρνητική. Το σχέδιο REPowerEU που ανακοινώθηκε πρόσφατα, ως απάντηση στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και στις ενεργειακές συνέπειές της, ενισχύει περαιτέρω αυτή την αρνητική απάντηση. Μακράν, το μεγαλύτερο μέρος των 300 δισεκατομμυρίων ευρώ που προορίζονται για την επίτευξη των στόχων του σχεδίου REPowerEU για το 2030 θα διοχετευθεί για την επιτάχυνση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας –τόσο σε μεγάλη όσο και σε μικρή κλίμακα–, για νέα δίκτυα και υποδομές αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης σε όλους τους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας, για τη μαζική αύξηση του ρυθμού εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, για την κλιμάκωση της παραγωγής βιομεθανίου και για τη σημαντική αύξηση της παραγωγής και της εισαγωγής πράσινου υδρογόνου με βάση τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Μόνο 0,5 δισεκατομμύρια ευρώ (0,17% των συνολικών κονδυλίων του REPowerEU) προορίζονται για την παράταση της λειτουργίας των υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών στο Βέλγιο και τη Γαλλία και κανένα από αυτά τα κονδύλια δεν προορίζεται να στηρίξει την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών, όπως αυτοί που διερευνήθηκαν στις πρόσφατες συνομιλίες μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας. Επιπλέον, τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ (3,3% των συνολικών κονδυλίων του REPowerEU) που προβλέπεται να διοχετευθούν για την κατασκευή νέων υποδομών και διαδρόμων αγωγών υγροποιημένου ορυκτού αερίου, όπως ο πλωτός τερματικός σταθμός επαναεριοποίησης υγροποιημένου ορυκτού αερίου (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη και ο IGB, είναι ελάχιστα σε σύγκριση με τις μαζικές επενδύσεις σε υποδομές πράσινης ενέργειας.

Η χρηματοδότηση τόσο της πυρηνικής ενέργειας όσο και των υποδομών ορυκτού αερίου από άλλες πηγές θα περιοριστεί επίσης δραστικά τα επόμενα χρόνια. Πρώτα απ’ όλα, οι κανόνες που διέπουν την πλειονότητα των ταμείων της ΕΕ καθιστούν τις επενδύσεις αυτές μη επιλέξιμες για χρηματοδότηση. Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, που αποσκοπεί στη στήριξη της στροφής των περιοχών υψηλούς εξάρτησης από άνθρακα προς βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, απαγορεύοντας κάθε «επένδυση που σχετίζεται με την παραγωγή, την επεξεργασία, τη μεταφορά, τη διανομή, την αποθήκευση ή την καύση ορυκτών καυσίμων». Επιπλέον, πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ του αποκλεισμού του ορυκτού αερίου από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, που χρησιμοποιείται για τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών τομέων των κρατών μελών με χαμηλό εισόδημα, καθώς και υπέρ του αποκλεισμού της πυρηνικής ενέργειας από όλα τα ταμεία που σχετίζονται με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) της ΕΕ (Ταμείο Εκσυγχρονισμού, Ταμείο Επενδύσεων για το Κλίμα και έσοδα από το ΣΕΔΕ που κατανέμονται στα κράτη μέλη).

Η ιδιωτική χρηματοδότηση για επενδύσεις που σχετίζονται με το ορυκτό αέριο και την πυρηνική ενέργεια δεν θα είναι επίσης βιώσιμη επιλογή. Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεριέλαβε τις επενδύσεις σε αυτές τις τεχνολογίες στη συμπληρωματική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη (CDA) για τον Κανονισμό για τη Βιώσιμη Χρηματοδότηση, οι σχετικοί περιορισμοί είναι αυστηροί. Έτσι, καθίσταται πολύ δύσκολο για τις επενδύσεις αυτές να αποκτήσουν την «πράσινη σφραγίδα» που απαιτούν τα περισσότερα ιδιωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα για να υποστηρίξουν επενδύσεις στην κατασκευή τέτοιων υποδομών. Άλλωστε, είναι πιθανό τις επόμενες ημέρες η πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να καταψηφίσει κάθε είδους συμπερίληψη επενδύσεων που σχετίζονται με το ορυκτό αέριο και την πυρηνική ενέργεια στο CDA. Συν τοις άλλοις, ορισμένα από τα οικονομικά ισχυρότερα κράτη μέλη, όπως η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Σουηδία και η Γερμανία, αντιτίθενται επίσης στο CDA της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που βαφτίζει «πράσινες» τις επενδύσεις σε ορυκτό αέριο και πυρηνικά, ακόμη και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η Αυστρία και το Λουξεμβούργο προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, δεσμευόμενες να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη CDA, εάν δεν απορριφθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Εκτός από τις δυσκολίες στη χρηματοδότηση, η επίσημη ενεργειακή πολιτική της ΕΕ, όπως εκφράζεται από το σχέδιο REPowerEU, επιβάλλει τη μείωση της συνολικής ζήτησης ορυκτών αερίων κατά 64% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2020. Η μείωση αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη από την τρέχουσα εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό ορυκτό αέριο (40%), υποδεικνύοντας σαφώς ότι ακόμη και η διαφοροποίηση των πηγών ορυκτού αερίου μέσω νέων αγωγών και τερματικών σταθμών υγροποιημένου ορυκτού αερίου θα είναι μόνο προσωρινή. Οι περικοπές του REPowerEU στη ζήτηση ορυκτού αερίου κατά περίπου 256 δισ. κυβικά μέτρα έως το 2030 είναι πολύ βαθύτερες από την «προεπιλεγμένη» δέσμη μέτρων «fit for 55», η οποία επίσης προβλέπει μείωση κατά 30% της ζήτησης ορυκτού αερίου κατά 116 δισ. κυβικά μέτρα έως το 2030.

Ως εκ τούτου, καθίσταται προφανές ότι τα κράτη μέλη που επιλέγουν να επενδύσουν σε νέες μονάδες ορυκτού αερίου, σε συστήματα θέρμανσης με βάση το ορυκτό αέριο και σε υποδομές ορυκτού αερίου συνολικά, κινδυνεύουν να μείνουν με αδρανή περιουσιακά στοιχεία ακόμη και πριν από τη λήξη αυτής της δεκαετίας. 

Η βιώσιμη διαδρομή

Ως εκ τούτου, είναι προς το συμφέρον τόσο της Ελλάδας όσο και της Βουλγαρίας να στρέψουν τις προτεραιότητες της ενεργειακής τους συνεργασίας προς την αξιοποίηση του πλούσιου δυναμικού τους σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την επέκταση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση και τον εξηλεκτρισμό του κτιριακού τομέα, καθώς και σε νέες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας. Το νέο, μεγάλο Ταμείο Εκσυγχρονισμού από το ΣΕΔΕ της ΕΕ, για το οποίο είναι επιλέξιμες και οι δύο χώρες, παρέχει μια εξαιρετική πηγή χρηματοδότησης για βιώσιμα διασυνοριακά έργα, σύμφωνα με την πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη μεταρρύθμιση του ΣΕΔΕ της ΕΕ, η οποία τυγχάνει ευρείας αποδοχής μεταξύ των πολιτικών ομάδων.

Ένας άλλος σημαντικός τομέας δυνητικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών είναι η δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών. Η Ελλάδα είναι σημαντικά πιο προχωρημένη όσον αφορά τόσο το χρονοδιάγραμμα του 2028 για την πλήρη κατάργηση του λιγνίτη όσο και τον σχεδιασμό της για τον οικονομικό μετασχηματισμό των δύο κύριων λιγνιτικών περιοχών της. Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία έχει την πιο πρόσφατη ημερομηνία σταδιακής κατάργησης στην ΕΕ (2040), ενώ η μεγαλύτερη λιγνιτική της περιφέρεια δεν έχει καν ξεκινήσει τη διαδικασία της Δίκαιης Μετάβασης με την εκπόνηση κατάλληλων εδαφικών σχεδίων δίκαιης μετάβασης, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και τους δύο συνδεδεμένους πυλώνες του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης. Έτσι, η Βουλγαρία διακινδυνεύει την απορρόφηση του σημαντικού μεριδίου της χρηματοδότησης (πολύ μεγαλύτερου από την Ελλάδα). Η συνεργασία με την Ελλάδα θα μπορούσε να βοηθήσει τη Βουλγαρία να επιταχύνει την αναπόφευκτη σταδιακή κατάργηση του λιγνίτη και να αποκομίσει τα οφέλη μιας ταχύτερης μετάβασης σε καθαρή ενέργεια, μέσω της μεταφοράς τεχνογνωσίας σχετικά με το είδος των επενδύσεων και των συστημάτων κινήτρων που απαιτούνται για την αναζωογόνηση των οικονομιών που εξαρτώνται βαθιά από τη λιγνιτική δραστηριότητα.

Η βιωσιμότητα αποτελεί μονόδρομο για τον ενεργειακό τομέα της ΕΕ, όπως φαίνεται από τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις, καθώς και από τις τάσεις τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής χρηματοδότησης για επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές. Η συνεργασία μεταξύ γειτονικών χωρών σε βιώσιμα έργα έχει μεγάλη σημασία προκειμένου να αξιοποιηθούν τα διαθέσιμα κεφάλαια με τον βέλτιστο τρόπο και, ως εκ τούτου, να καταστεί η ενεργειακή μετάβαση πιο προσιτή, ιδίως για τις οικονομικά ασθενέστερες χώρες και τους πολίτες τους.

 

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στις 15 Ιουνίου 2022.