Συνοχή στην (εξωτερική) μεταναστευτική πολιτική: Η αρχή της ολοκληρωμένης προσέγγισης στο σύνολο της διοίκησης στην Ελβετία

Συνοχή στην (εξωτερική) μεταναστευτική πολιτική: Η αρχή της ολοκληρωμένης προσέγγισης στο σύνολο της διοίκησης στην Ελβετία

Όπως σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έτσι και στην Ελβετία η πολιτική για τη μετανάστευση, το άσυλο και την ένταξη απέκτησε τεράστια σημασία τα τελευταία χρόνια, γεγονός το οποίο αποτυπώθηκε στην αύξηση της νομοθετικής δραστηριότητας, τις αλλαγές των διοικητικών δομών και τη συναφή αύξηση στον αριθμό του προσωπικού και των αρμόδιων θεσμικών οργάνων. Αυτός ο σχεδιασμός μιας στρατηγικής και ενιαίας – ως προς τους στόχους και τα εργαλεία των εμπλεκόμενων φορέων – μεταναστευτικής πολιτικής προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και εκτός των ελβετικών συνόρων. Στις βασικές αρχές αυτής της πολιτικής συγκαταλέγεται η αρχή της ολιστικής προσέγγισης στο ζήτημα της μετανάστευσης, η οποία συνεκτιμά τόσο τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ευκαιρίες που προσφέρει η μετανάστευση όσο και τις προκλήσεις της, προωθεί την εταιρική συνεργασία μεταξύ των χωρών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού, και ταυτόχρονα ενεργεί με σεβασμό προς τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων μερών. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές της ομοσπονδιακής διοίκησης συνεργάζονται στενά μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα υπό την έννοια της «συνολικής προσέγγισης της διοίκησης», της λεγόμενης αρχής της ολοκληρωμένης προσέγγισης στο σύνολο της διοίκησης.  Τον πυρήνα αυτής της εξωτερικής πολιτικής για τη μετανάστευση συγκροτούν οι στρατηγικές προσπάθειες για την περιστολή των αιτίων της μετανάστευσης και τη βελτίωση των δυνατοτήτων προστασίας στις περιοχές προέλευσης (Protection in the Region), καθώς και η διασφάλιση νόμιμης πρόσβασης των δικαιούχων στην προστασία, η διαχείριση της μετανάστευσης, η πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης και ο σχεδιασμός του επαναπατρισμού στη χώρα προέλευσης. Σημαντικά εργαλεία της «εξωτερικής πολιτικής για τη μετανάστευση» αποτελούν οι διμερείς συμφωνίες και συνεργασίες σε ζητήματα μετανάστευσης, οι οποίες μάλιστα κατοχυρώνονται και νομοθετικά, η παροχή υποστήριξης κατά τον επαναπατρισμό και η υλοποίηση σχεδίων για την παροχή διαρθρωτικής συνδρομής τα οποία εμπνέονται από τις αρχές της αναπτυξιακής πολιτικής και έχουν ως στόχο τη διευκόλυνση της επανένταξης σε επιλεγμένες χώρες προέλευσης. Ένα σχετικό εργαλείο είναι, επίσης, η συνεπής και προοραματική συμμετοχή σε φόρουμ του διεθνούς και περιφερειακού διαλόγου για τη μετανάστευση, η οποία χάρισε στην Ελβετία μια καλή φήμη τόσο στις χώρες προέλευσης, όσο και διέλευσης και προορισμού, ως ενεργού φορέα της Διεθνούς Διακυβέρνησης σε Ζητήματα Μετανάστευσης (International Migration Governance).
Ως μοντέλο ομοσπονδιακής δημοκρατίας των κοινωνικών συμφωνιών, το πολιτικό σύστημα της Ελβετίας αποτελεί ένα πολίτευμα, στο οποίο οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται πάντα αφού επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός βαθμός συναίνεσης μεταξύ των πολυάριθμων τοπικών αρχών, φορέων και ιδιωτών – σε αντίθεση με τα συγκεντρωτικά συστήματα της ανταγωνιστικής δημοκρατίας, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά κύριο λόγο με πλειοψηφία και στο πλαίσιο του κομματικού ανταγωνισμού. Η δημοκρατία των κοινωνικών συμφωνιών είναι, αν μη τι άλλο, απόρροια της άμεσης δημοκρατίας: δεδομένου ότι ανά πάσα στιγμή μια λαϊκή πρωτοβουλία μπορεί να εξαναγκάσει τη λήψη πολιτικών αποφάσεων, η κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο καταβάλλουν συνεχώς προσπάθειες, έτσι ώστε να επιτύχουν για την πολιτική τους ευρεία συναίνεση μεταξύ των κομμάτων, των τοπικών αρχών και οργανώσεων. Στην κυβέρνηση συμμετέχουν εξάλλου όλα τα μεγάλα κόμματα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της προετοιμασίας των πολιτικών μεταρρυθμίσεων είναι η διεξοδική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων και κοινωνικών εταίρων στα πρώτα στάδια της κοινοβουλευτικής προπαρασκευής των νόμων, στη λεγόμενη «διαδικασία διαβούλευσης».
Παρά τις διαφορές που παρουσιάζει αυτή η μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι διαδικασίες και οι δομές της «ενιαίας» μεταναστευτικής πολιτικής, οι οποίες προκύπτουν μέσα από τις ζυμώσεις αυτού του συστήματος, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρότυπο και για άλλες χώρες.   Έχοντας ως βάση μια στρατηγική διαδικασία μεταρρύθμισης, η οποία θα διευκόλυνε τον συντονισμό μεταξύ των διάφορων φορέων και την παρακολούθηση των στόχων στο πλαίσιο ενός όλο και πιο πολύπλοκου πολιτικού πεδίου, συγκροτήθηκαν το 2011 σταθερές δομές επικοινωνίας, συντονισμού και συνεργασίας για τη χάραξη πολιτικής με τη συμμετοχή όλων των σχετικών φορέων που υπάγονται στο ομοσπονδιακό επίπεδο. Ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των παραπάνω λειτουργεί σήμερα το Υφυπουργείο Μετανάστευσης, το οποίο ως υπηρεσία που υπάγεται σε ένα από τα επτά μόνο υπουργεία που υπάρχουν σε ομοσπονδιακό επίπεδο, δηλ. στο Τμήμα Ομοσπονδιακής Δικαιοσύνης και Αστυνομίας της Ελβετίας, φέρει την ιδιότητα του οιονεί υπουργείου και προέκυψε το 2015 από τους κόλπους της πρώην Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Μετανάστευση. Θεσμικό πυρήνα στην ολοκληρωμένη προσέγγιση στο σύνολο της διοίκησης αποτελεί η Διυπουργική Δομή για τη Διεθνή Συνεργασία για τη Μετανάστευση, η οποία είναι δομημένη σε τρία συντονιστικά επίπεδα. Σε αυτή συμμετέχουν ως κύριοι φορείς, εκτός από το Υφυπουργείο Μετανάστευσης, το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων (και ειδικότερα τα τοπικά τμήματα της Πολιτικής Διεύθυνσης του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων της Ελβετίας), η υπαγόμενη σε αυτό Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συνεργασίας, το αρμόδιο σε θέματα προώθησης της ειρήνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών για την Ανθρώπινη Ασφάλεια, το Υφυπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία της Αστυνομίας, το Σώμα Συνοριακής Φύλαξης, το οποίο ανήκει στην τελωνειακή διοίκηση, και η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας.

  • Στο ανώτερο επίπεδο αρμόδια είναι η Ολομέλεια της Διυπουργικής Ομάδας Εργασίας για τη Μετανάστευση. Σε αυτή συμμετέχουν προσωπικά οι επικεφαλής των Διευθύνσεων και οι Υφυπουργοί. Η Ολομέλεια αποτελεί το σημείο του στρατηγικού συντονισμού της Διυπουργικής Δομής για τη Διεθνή Συνεργασία για τη Μετανάστευση, καθορίζει τις πολιτικές προτεραιότητες και συνεδριάζει δύο φορές το χρόνο.
  • Η Επιτροπή Διεθνούς Συνεργασίας για τη Μετανάστευση στο επίπεδο των αναπληρωτών διευθυντών συντονίζει την επιχειρησιακή εφαρμογή των εργαλείων και των μέτρων της εξωτερικής πολιτικής μετανάστευσης (όπως είναι οι εταιρικές συνεργασίες για τη μετανάστευση ή τα προγράμματα υποστήριξης κατά τον επαναπατρισμό) από οικονομικής και διοικητικής άποψης, εναρμονίζει τις πολιτικές των αρμόδιων υπηρεσιών και παρέχει τροφή για σκέψη στην Ολομέλεια της Διυπουργικής Ομάδας Εργασίας για τη Μετανάστευση. Επιπλέον, η Επιτροπή IMZ κατευθύνει τις διάφορες θεματικές ή γεωγραφικές ομάδες εργασίας. Συνεδριάζει τουλάχιστον έξι φορές το χρόνο.
  • Τέλος, στη χαμηλότερη βαθμίδα βρίσκονται οι ομάδες εργασίας, οι οποίες συγκροτούνται ανάλογα με το θέμα, την περιφέρεια ή το κρατίδιο από εκπροσώπους των διαφόρων υπηρεσιών και υλοποιούν στην πράξη τα προγραμματισμένα έργα και μέτρα

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της συνεκτικής και διαρκώς εξελίξιμης προσέγγισης αποτελούν, εκτός από τα παραπάνω, η τακτική υποχρέωση αναφοράς  και η αναλυτική – και αναμφίβολα κρίσιμη – εξωτερική αξιολόγηση τόσο των δομών όσο και των εργαλείων.
Στη θέσπιση και την ανάπτυξη φόρουμ επικοινωνίας και συντονισμού ανάμεσα στα καντόνια και τις κοινότητες – ιδιαίτερα εν όψει της πολιτικής (διαχείρισης) του ασύλου και της ένταξης, η οποία επηρεάζει περισσότερο την τοπική κοινωνία – σημαντικό ρόλο έπαιξε, επίσης, η αντίληψη ότι η κάθετη πολιτική συνοχή, δηλ. η πολιτική μετανάστευσης η οποία ασκείται ως προς τους στόχους και τις μεθόδους ομοιόμορφα σε όλα τα επίπεδα τοπικής διακυβέρνησης, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τη συντονισμένη και σύμφωνη δράση της κυβέρνησης και των θεσμικών της οργάνων σε ομοσπονδιακό επίπεδο (οριζόντια συνοχή). Συνεπώς, οι αντιφάσεις που παρατηρούνται μεταξύ της κανονιστικής οικονομικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και της αναπτυξιακής και εξωτερικής πολιτικής θα πρέπει να αποσοβηθούν στο υψηλότερο επίπεδο, προκειμένου τα καντόνια και οι κοινότητες να είναι σε θέση να συμμετέχουν στη χάραξη της κοινής πολιτικής. Επιπλέον, οι αρμόδιοι ελβετικοί φορείς για ζητήματα μετανάστευσης έχουν διδαχθεί ότι όταν προτάσσουν στους ψηφοφόρους μια μη αντιφατική, συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική, διευρύνονται κατά πολύ τα περιθώρια σχεδιασμού μιας «φιλικής προς τους μετανάστες» πολιτικής που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις αξίες – ο τρόπος που αντιλαμβάνεται η κοινή γνώμη τη συνοχή μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης λαϊκιστικών και εθνικιστικών κινημάτων που τάσσονται υπέρ ενός αυστηρού αποκλεισμού.

0 Comments

Προσθέστε ένα σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο